Τον γνώρισα μια χειμωνιάτικη μέρα που περπάτησα μέχρι το γειτονικό γραφείο ταξί για να πάω στη δουλειά, αφού το αυτοκίνητο παρουσίασε μηχανικό πρόβλημα και δεν έπαιρνε μπρος.

Από τότε, λέει ότι είμαι ο καλύτερός του φίλος αλλά… δεν θα έλεγα ότι τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι - έτυχε να εξυπηρετήσει κάποιες φορές και κάποιους φίλους μου που τους συνόδευσα μέχρι το γραφείο του, αλλά φαίνεται ήταν αρκετές για να με θεωρεί περίπου… κολλητό του.

Την πρώτη μέρα που μπήκα στο αυτοκίνητό του και μέσα στα δέκα λεπτά γνωριμίας μας, άρχισε να μου μιλά για τα... τυχερά του επαγγέλματος, το κυριότερο από τα οποία είναι η στιγμή που οι ωραίες πελάτισσες ανοίγουν τα πόδια για να κατέβουν

(Να διευκρινίσω εδώ ότι θα είναι άδικη κάθε ταύτιση αυτής της νοοτροπίας με το συγκεκριμένο επάγγελμα, αφού τέτοιοι… ακαταμάχητοι χαρακτήρες κοσμούν όλα τα επαγγέλματα και τις κοινωνικές τάξεις, ανεξάρτητα από μορφωτικό, βιοτικό ή άλλο επίπεδο…).

Όταν είδε ότι είχα κέφια και γελούσα με τον ουδέτερο τόνο της φωνής του όταν έκανε τις αποκαλύψεις του -λες και μιλούσε για συνταγές μαγειρικής- πήρε φόρα και μου έκανε πλήρη αναφορά για τις πρόσφατες σεξουαλικές του κατακτήσεις, που σύμφωνα με τις περιγραφές του πρέπει να κυμαίνονται εμφανισιακά κάπου μεταξύ Μόνικα Μπελούτσι και Αντζελίνα Τζολί!

Μου είπε ότι όταν ήταν νεαρότερος, γούσταρε να περνά συχνά τις νύχτες του πηδώντας σε αυλές για να κάνει μπανιστήρι σε ανυποψίαστες γειτόνισσες, όμως τώρα… ωρίμασε και δεν το κάνει πια…

Είναι σαραντάρης, ήδη φαλακρός, αγύμναστος, με κοιλιά. Και με υγρά χέρια. Ξέρετε πώς είναι μια υγρή χειραψία; Όχι πάντως το καλύτερο ατού ενός πεπειραμένου ή έστω επίδοξου καζανόβα.

Στο μέσο της δεύτερης τυχαίας διαδρομής μας, έβγαλε το κινητό του και μου το έτεινε για να δω τις γυμνές πόζες της τελευταίας του φιλενάδας που βέβαια θα μπορούσε πολύ καλά να ήταν ξεσηκωμένες από κάποια πορνογραφική ιστοσελίδα. Μετά από αυτό θεώρησε, νομίζω, ότι σφραγίστηκε η φιλία μας, αυτό το περίεργο είδος σχέσης που έχουν άντρες μεταξύ τους από τα 15 τους μέχρι και τα 85 τους, βασισμένης στην ηδονοβλεψία και στην καυχησιολογία για ό,τι γνωρίζουν λιγότερο σ’ αυτό τον κόσμο, τις γυναίκες.

Ναι, ναι, αυτής της σουρεαλιστικής σχέσης, της καθορισμένης από μεγάλα λόγια και πουτανίστικα ανέκδοτα, ιδιαίτερα στην ακτύπητη συνομοταξία σαρανταπεντάρηδων και πενηντάρηδων που τα έχουν παίξει για τα καλά και που συναντώνται στις καφετερίες, όπου συζητούν, υποτίθεται, μεταξύ τους για τα σοβαρά ζητήματα της οικονομίας και του Κυπριακού, ενώ σαρώνουν τον χώρο σαλιαρίζοντας για κάθε αξιοπαρατήρητο θηλυκό που περνά μέχρι και μισό χιλιόμετρο μακριά.

Όχι ότι εγώ είμαι καλύτερος απ’ αυτούς, νομίζω όμως ότι σε αυτό το ζήτημα έκανα αρκετή πρόοδο και μπορώ τέλος πάντων να κρατήσω το μυαλό μου στην παρέα κάπως αξιοπρεπώς χωρίς περιττές και μάταιες αποσπάσεις.

Όταν με είδε προχθές στην καφετερία της γειτονιάς έτρεξε με το φορητό κομπιούτερ παραμάσχαλα για να μου δείξει τις σκηνές που είχε τραβήξει με την κάμερά του στην τελευταία του «δράση».

Ήταν ένα σύντομο βίντεο με τον ίδιο να κοιτάζει από την αρχή μέχρι το τέλος τον φακό και τη γυναίκα να εμφανίζεται περιστασιακά και τυχαία κάπου στο ανάμεσα.

Η γυναίκα ήταν κάτι σαν πρόσχημα, σαν φτηνή δικαιολογία. Η λατρεία για τον… αξιολάτρευτο εαυτό του ήταν αυτό που παιζόταν στο θλιβερό τρίλεπτο.