Άλλος ένας έφηβος εγκατέλειψε το σπίτι του, λέει η είδηση στην εφημερίδα για τον 15χρονο μαθητή Λυκείου στη Λεμεσό. Η μητέρα του κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι αυτή είναι η πολλοστή φορά.
Η Αστυνομία ανακοίνωσε ότι «οι έρευνες συνεχίζονται το τελευταίο διήμερο σε διάφορους χώρους και κυρίως ταράτσες πολυκατοικιών, όπου συνηθίζει να κρύβεται όταν εγκαταλείπει το σπίτι του. Περιγράφεται ως μετρίου αναστήματος, λεπτής σωματικής διάπλασης με κοντά μαύρα μαλλιά. Κατά την ώρα της εξαφάνισης έφερε στο αφτί σκουλαρίκι».
Σύμφωνα με τους ψυχολόγους, η τάση φυγής των εφήβων είναι μια περίπτωση διαταραγμένης συμπεριφοράς. Μιλούν για έφηβους που συνήθως βιώνουν αποχωρισμούς, διαζύγια γονιών, έλλειψη αγάπης και φροντίδας, ρήξεις με το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον…
Η εφημερίδα δημοσίευσε και τη φωτογραφία του, μπας και τον αναγνωρίσει κανείς, αλλά αμφιβάλλω. Είναι η… αξιοπρεπής φωτογραφία ενός παιδιού που θα πρέπει να τραβήχτηκε όταν ήταν δέκα-δώδεκα χρονών. Όταν δεν έβαζε σκουλαρίκι στο αφτί του. Όταν καθόταν ήσυχος και υπάκουος, και έβγαζε βαρετές επίσημες φωτογραφίες για καμιά ταυτότητα ή για καμιά λήξη σχολικού έτους, όπως του υποδείκνυαν γονείς ή δάσκαλοι.
Εδώ που τα λέμε, πού να βρεθεί πρόσφατη φωτογραφία του; Είδατε εσείς καμιά σοβαρή φωτογραφία οποιουδήποτε εφήβου μεταξύ δώδεκα και δεκαοκτώ χρονών;
Σε αυτό το διάστημα υπάρχει συνήθως ένα φωτογραφικό... κενό στη ζωή του, δηλαδή καθόλου φωτογραφίες - είναι το διάστημα που μισεί τη φάτσα του με τα σπυράκια και τις αραιές γουρουνότριχες, που δεν λένε να πυκνώσουν και να στρώσουν...
Όχι λοιπόν, δεν κάθεται να φωτογραφηθεί ένας 15χρονος, γιατί δεν θέλει να βλέπει τον εαυτό του.
Αν υπάρχει κάτι αυτό το διάστημα, είναι ένα φωτογραφικό… χάος! Οι μόνες φωτογραφίες που έχει από αυτήν την ηλικία είναι κάτι άγρια στιγμιότυπα αγκαλιασμένος με φίλους του, με τη γλώσσα έξω και με κάτι γκριμάτσες (αστείες ή τρομακτικές, όπως το πάρει κανείς) που του παραμορφώνουν το πρόσωπο, σαν να είναι το πρόσωπο κάποιου άλλου.
Αυτή είναι και η επώδυνη ιστορία της εφηβείας του. Το ότι δηλαδή θέλει να είναι κάποιος άλλος. Όχι ο εαυτός του. Το ότι θέλει να βρίσκεται αλλού. Όχι στο σπίτι του. Παίρνει τους δρόμους λοιπόν. Ανεβαίνει στις ταράτσες των πολυκατοικιών και κουρνιάζει για μια-δυο νύχτες δίπλα στα ντεπόζιτα με το νερό και στις δορυφορικές αντένες, και χαζεύει την πόλη από εκεί.
Το έκανα κι εγώ τις νύχτες των καλοκαιριών, με τους φίλους μου.
Η ταράτσα του δημοτικού σχολείου της Κάτω Δερύνειας, που είναι κτισμένο σε ένα ύψωμα πάνω απ’ την κοινότητα, είχε γίνει το θεωρείο των σύντομων δραπετεύσεών μας.
Από εκεί ψηλά χαζεύαμε τα φώτα της Αμμοχώστου και τα αστέρια στον ουρανό, καθώς φιλοσοφούσαμε και γλωσσοκοπανούσαμε και λύναμε τα προβλήματα του κόσμου.
Και ύστερα πηγαίναμε για ύπνο στο σπίτι. Κι αυτός ο ύπνος ήταν πιο γλυκός, μετά τη φυγή μας στην ταράτσα.
Η ζωή από τις ταράτσες φαίνεται πιο λογική, πιο υποφερτή, πιο υποσχόμενη. Όμως ο έφηβος δεν μένει πάνω στις ταράτσες. Ούτε πέφτει, βέβαια, απ’ εκεί. Κάποια στιγμή κατεβαίνει κι επιστρέφει. Πάντα επιστρέφει.
Και βέβαια η επιστροφή του δεν είναι είδηση, όπως η φυγή του.
Την επιστροφή του, που είναι το σημαντικότερο κομμάτι της φυγής του, η εφημερίδα σχεδόν πάντα την αποσιωπά.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




