Πραγματικά ωραία και σχεδόν… ιδανικά τα λέει το Υπουργείο Εσωτερικών σε χθεσινή ανακοίνωσή του για την Παγκόσμια Ημέρα για τους Μετανάστες, όπως έχει καθιερωθεί από τον ΟΗΕ η 18η Δεκεμβρίου: «Η Κυπριακή Δημοκρατία… έχει δεχθεί στις ελεύθερες περιοχές δεκάδες χιλιάδες μετανάστες είτε από χώρες μέλη τής Ε.Ε. είτε από τρίτες χώρες, για σκοπούς νόμιμης εργασίας με βάση τα όσα ισχύουν και στην υπόλοιπη Ευρώπη, συνεπής στην παράδοση ανεκτικότητας και σεβασμού στη διαφορετικότητα που επιδεικνύει, διαχρονικά, ο λαός μας.

»Το Υπουργείο Εσωτερικών πράττει παν το δυνατό, μέσα στα πλαίσια της έννομης τάξης, ώστε οι νόμιμοι μετανάστες που εργοδοτούνται στην Κυπριακή Δημοκρατία να απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα που τους παρέχει η κείμενη νομοθεσία… Το Υπουργείο διαβεβαιώνει ότι θα συνεχίσει να υλοποιεί και να προσαρμόζει τη μεταναστευτική πολιτική που έχει εκπονήσει, στη βάση των αρχών της κοινωνικής αλληλεγγύης και της μη διάκρισης και με πλήρη σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις θεμελιώδεις αρχές δικαίου. Χωρίς αυτό να σημαίνει, όμως, ιδιαίτερα κάτω από τις σημερινές δύσκολες συνθήκες που βιώνει ο τόπος και ο λαός μας, ότι θα επιδείξουμε πνεύμα ανοχής σε φαινόμενα εκμετάλλευσης της κυπριακής νομοθεσίας ή παράνομης μετανάστευσης».

Η τελευταία φράση της ανακοίνωσης αποκαλύπτει στα δικά μου μάτια, το τεράστιο κενό στην κυπριακή μεταναστευτική πολιτική, που επιτρέπει κάθε μορφής ιδιωτική, αλλά και κρατική αυθαιρεσία σε βάρος μεταναστών, ιδιαίτερα μέσα στις σημερινές συνθήκες οικονομικής κρίσης και οξυμμένης ξενοφοβίας.

Να υπενθυμίσω τις επισημάνσεις του πιο έγκυρου θεσμού ελέγχου της κρατικής εξουσίας, της Επιτρόπου Διοικήσεως, που έκανε ως Ανεξάρτητη Αρχή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην έκθεσή της του Οκτωβρίου 2013 για το νομικό καθεστώς μεταναστών με μακρά παραμονή στην Κύπρο: «Η απουσία οποιωνδήποτε άλλων δυνατοτήτων νομιμοποίησης του καθεστώτος παραμονής των οικογενειών που είναι εδραιωμένες και ενταγμένες στην κυπριακή πραγματικότητα, σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση των μεταναστευτικών ελέγχων που παρατηρείται σήμερα, έχουν οδηγήσει στο φαινόμενο οικογένειες, εδραιωμένες και ενταγμένες στην κυπριακή πραγματικότητα, ή και παιδιά που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν ή ακόμα και ενηλικιώθηκαν στην Κύπρο, να εξαναγκάζονται να την εγκαταλείψουν ή να υπόκεινται σε εξευτελιστικές διαδικασίες απέλασης», αναφέρεται μεταξύ άλλων στην έκθεση, όπου προστίθενται και τα εξής:

«Θεωρώ ότι η τακτοποίηση της νομιμότητας ανθρώπων που έχουν εγκαταστήσει, στεριώσει και θεμελιώσει τη ζωή τους στην Κύπρο, αποτελεί θέμα ζωτικής σημασίας… η παραμονή των μεταναστών χωρίς χαρτιά, σε μια κατάσταση ανέχειας και αβεβαιότητας αυξάνει τον κίνδυνο οικονομικής εκμετάλλευσής τους, ενδέχεται να τους εξωθήσει σε παραβατικές συμπεριφορές και δίνει έρεισμα στην έξαρση ξενοφοβικής ρητορικής και ρατσιστικών συμπεριφορών».

Η Πρόεδρος της μη κυβερνητικής οργάνωσης Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό, Ανθούλα Παπαδοπούλου, σε πρόσφατη διάσκεψη Τύπου, περιέγραψε το πρόβλημα με χειρουργική ωμότητα: «Ένα μεγάλο μέρος του ρατσισμού και των διακρίσεων εναντίον των μεταναστών πηγάζουν από το μοντέλο μετανάστευσης που υιοθέτησε η Κύπρος εδώ και πολύ καιρό και το οποίο διατηρείται σχεδόν ανέπαφο, εκτός από ορισμένες μικροδιορθώσεις.

Αυτό το μοντέλο πολύ βασικά λέει ότι η Κύπρος χρειάζεται μετανάστες και αυτούς τους μετανάστες τούς θέλει να είναι σκλάβοι. Ουσιαστικά θέλει να εισάγει μηχανές που εργάζονται και που όταν δεν μας κάνουν πια, τους αποπέμπουμε. Αυτό το μοντέλο μετανάστευσης θέλει τους ανθρώπους αναλώσιμους -όποιο χρώμα, φυλή ή θρήσκευμα και αν έχουν- που χρησιμοποιούνται κατά το δοκούν από την κυπριακή κοινωνία»…