Την αντιφατικότητα των αντιλήψεων που έχει απέναντι στις γυναίκες ο 59χρονος Αιγύπτιος αεροπειρατής Seif el-Din Moustafa Imam, κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές από τις 29 Μαρτίου 2016, αναδεικνύει η συνέντευξή του στην Υπηρεσία Ασύλου, που η Υπηρεσία τη θεώρησε ενισχυτικό στοιχείο της «αναξιοπιστίας» του, ώστε να δικαιολογήσει την απόρριψη σε πρώτο βαθμό, της αίτησής του για πολιτικό άσυλο στην Κύπρο.

Πάντως, στην έφεση για ανατροπή της απόρριψης της αίτησής του, που υπέβαλαν εκ μέρους του στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, οι δικηγόροι της μη κυβερνητικής οργάνωσης υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό, Νικολέττα Χαραλαμπίδου και Μαρίνα Έλενα Ηρακλείδου, υποστηρίζουν ότι η ανάλυση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου «μόνο αντικειμενική και αμερόληπτη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί».

Αναφέρεται στην έφεση ότι ο Αιγύπτιος αεροπειρατής ισχυρίστηκε στη διάρκεια της συνέντευξής του στην Υπηρεσία Ασύλου ότι έκανε την αεροπειρατεία «γιατί ήθελε ολόκληρος ο κόσμος να μάθει για την κατάσταση που επικρατεί στην Αίγυπτο και ειδικότερα να αφεθούν ελεύθερες 63 γυναίκες που κρατούνται στις φυλακές και εξέφρασε την ανησυχία του για το τι θα απογίνουν αυτές οι γυναίκες. Η ανησυχία του ωστόσο αυτή, έρχεται σε αντίθεση με τη δική του συμπεριφορά, προς την ίδια του τη γυναίκα.

»Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι, με την πρώην του γυναίκα, Κύπρια υπήκοο, βρισκόταν σε σχέση από το 1983 και το 1984 είχαν παντρευτεί και μέχρι το διαζύγιό τους το 1995, είχαν αποκτήσει 4 παιδιά. Ερωτηθείς για πόσο διάστημα διέμεναν μαζί, ανέφερε ότι αυτό δεν ήταν μεγάλης διάρκειας, αφού για αρκετό διάστημα βρισκόταν στη φυλακή.

»Ερωτηθείς για το πώς συμπεριφερόταν στη γυναίκα του, έστω και αυτό το μικρό διάστημα που έμεναν μαζί, ανέφερε ότι, κάποιες φορές, συνήθιζε να την κτυπά επειδή ήταν Άραβας, με τη δική του παράδοση. Ερωτηθείς για το πώς ήταν δυνατό να ανησυχεί τόσο πολύ για τις Αιγύπτιες γυναίκες που είναι στη φυλακή, τη στιγμή που την ίδια του τη γυναίκα την κτυπούσε, ανέφερε ότι αυτό δεν έχει καμία σχέση με το πώς συμπεριφερόταν με τη γυναίκα του.

»Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι το γεγονός ότι ζήλευε τη γυναίκα του και θεωρούσε τη συμπεριφορά του φυσιολογική, δεν σχετίζεται με το γεγονός ότι κάποιες κυρίες στην Αίγυπτο ζητούν την ελευθερία τους. Το γεγονός, ωστόσο, ότι κακοποιούσε την ίδια του τη γυναίκα επειδή ως Άραβας άντρας με τις όποιες παραδόσεις του, το θεωρούσε φυσιολογικό, θέτει υπό αμφισβήτηση τις ανησυχίες του για τις φυλακισμένες γυναίκες στην Αίγυπτο».

Οι κυρίες Νικολέττα Χαραλαμπίδου και Μαρίνα Έλενα Ηρακλείδου σχολιάζουν ότι «γίνεται μια εντελώς υποκειμενική ανάλυση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, περί της γνησιότητας της δράσης του αιτητή, σε σχέση με τις γυναίκες που κρατούνται στις αιγυπτιακές φυλακές, αφού κατά τον αιτητή, κτυπούσε τη γυναίκα του και άρα υφίσταται αντίφαση. Η υποστήριξη των γυναικών που κρατούνται στις αιγυπτιακές φυλακές, λόγω του ότι θεωρούνται αντικαθεστωτικές, αποτελεί πολιτική πράξη που βασίζεται στις πολιτικές πεποιθήσεις του αιτητή.

»Δεν έχει καμία σχέση, ως προς το πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο της γυναίκας στις διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις, πράγμα που σαφώς δήλωσε ο αιτητής, αναφέροντας ότι ο λόγος που κτυπούσε τη γυναίκα του, όσο κατακριτέο και παράνομο και εάν αυτό ήταν, ήταν επειδή ζήλευε. Ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε σε εντελώς αυθαίρετο συμπέρασμα, στη βάση των δικών του θεωρήσεων ως προς τον ρόλο της γυναίκας και τον σεβασμό των δικαιωμάτων των γυναικών και προστασία τους από τη βία στην οικογένεια».

Προσωπικά υποστηρίζω με όλη μου την καρδιά το δικαίωμα του Moustafa Imam να μην εκδοθεί σε ένα καθεστώς που θα τον αφανίσει, καθώς και το δικαίωμά του να ζήσει στον ελεύθερο κόσμο της δημοκρατίας, όπως ο ίδιος αποκαλεί, σωστά, την Κύπρο και την Ευρώπη, όμως πιστεύω ότι οφείλει μια δημόσια, έστω χρονικά καθυστερημένη συγγνώμη στην πρώην σύζυγό του, για όσες φορές σήκωσε χέρι πάνω της - μια συγγνώμη που ίσως για πρώτη φορά θα δώσει νόημα στη σκληρή πολιτική του εμπειρία και στο βαρύ τίμημα που πλήρωσε γι’ αυτήν.

Η συγγνώμη του αυτή θα είναι μια μικρή προσωπική χειρονομία, αλλά και μια μεγάλη πολιτική πράξη - ίσως η πιο σημαντική στη ζωή του.