«Βαριά απώλεια για τη Ρωσία», χαρακτήρισε τον θάνατο του εμβληματικού Ρώσου συγγραφέα Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν (Aleksandr Solzhenitsyn), στο σπίτι του κοντά στη Μόσχα, τον Αύγουστο 2008, ο τότε Πρωθυπουργός της χώρας Βλαντίμιρ Πούτιν, που την προηγούμενη χρονιά, 2007, ως Πρόεδρος της Ρωσίας, συνάντησε τον Σολτζενίτσιν και του επέδωσε ένα κρατικό βραβείο για το ανθρωπιστικό του έργο.
Ένας περίεργος, τρυφερός δεσμός είχε αναπτυχθεί μεταξύ του φιλόδοξου πολιτικού, πρώην πράκτορα της Κα Γκε Μπε, των μυστικών υπηρεσιών του κομμουνιστικού καθεστώτος και του σχεδόν 90χρονου διανοούμενου που αφιέρωσε τη ζωή του στον αγώνα για ελευθερία, από τα δεσμά αυτού του καθεστώτος - του βασανισμένου συγγραφέα με την κάτισχνη και οστεώδη μορφή, που έγραφε για δεκαετίες με κίνδυνο της ίδιας της ζωής του, και που με το γράψιμο «κέρδισε» μόνο περιορισμούς, τρόμο και τιμωρίες.
Κάποιοι αναλυτές αποδίδουν αυτή τη σχέση, στη συνάντηση των απόψεων των δύο αντρών για μια μεγάλη σλαβική, Ορθόδοξη Ρωσία, αλλά αναγνωρίζουν ότι το τεράστιο πνευματικό κύρος του Σολτζενίτσιν έμεινε αλώβητο μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του.
Και ότι παρόλο τον συντηρητισμό των τελευταίων του χρόνων, πίστευε πεισματικά στην αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στην ατράνταχτη αλήθεια ότι ένα κράτος δεν έχει καμιά ηθική ισχύ να κυβερνά, αν κακομεταχειρίζεται τους πολίτες του. «Με τον θάνατό του η Ρωσία έχασε τη συνείδησή της και είναι μια φτωχότερη χώρα», όπως έγραψε ο Βρετανός συγγραφέας και ιστορικός Owen Matthews.
Θα έλεγε κανείς ότι εκείνο τον Αύγουστο που έφυγε ο Σολτσενίτζιν, καταγράφηκε το τυπικό τέλος μιας εποχής που ντρόπιασε την ιστορία της Ρωσίας και την ιστορία του κόσμου - την εποχή του Αρχιπελάγους Γκουλάγκ, της μονοκομματικής δικτατορίας, της φυσικής και πνευματικής δολοφονίας του ρωσικού λαού και όλων των άλλων υποτελών λαών της Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας.
Γιατί ο Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν, με το μνημειώδες βιβλίο του «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ», βασισμένο στις προσωπικές εμπειρίες της φυλάκισής του, σε συνεντεύξεις με εκατοντάδες άλλους φυλακισμένους και σε ιστορική έρευνα πολλών χρόνων, έφερε για πρώτη φορά στο φως τον φριχτό μυστικό και άγνωστο κόσμο των φυλακών και των στρατοπέδων εργασίας της Σοβιετικής Ένωσης, και ταύτισε τον εαυτό του με τον ευγενή αγώνα για ελευθερία από τα δεσμά της καταπίεσης.
Ο αξέχαστος Ρώσος συγγραφέας πέρασε μέσα από όγκους στον εγκέφαλο, πέρασε μέσα από καρκίνους στο στομάχι, πέρασε μέσα από τη φωτιά του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ως παρασημοφορημένος αξιωματικός του Κόκκινου Στρατού και πέρασε, για χρόνια πολλά, μέσα από το βάρβαρο Σοβιετικό σύστημα φυλακών και στρατοπέδων συγκεντρώσεως, ως πολιτικός κατάδικος, την περίοδο της σταλινικής τρομοκρατίας.
Τον συνέλαβαν ενώ ακόμα βρισκόταν στην πρώτη γραμμή του μετώπου στην υπό διάλυση Ναζιστική Γερμανία και τον δίκασαν, χωρίς να του επιτρέψουν καν να παρουσιαστεί στη δίκη του και να υπερασπιστεί τον εαυτό του! Το «έγκλημα» για το οποίο καταδικάστηκε τον Φεβρουάριο 1945 σε οκτώ χρόνια εγκλεισμού, σε ένα από τα στρατόπεδα εργασίας του κομμουνιστικού Γκουλάγκ και σε μόνιμη «εσωτερική εξορία», ήταν ότι σε ένα προσωπικό γράμμα σε ένα φίλο του, σχολίαζε αρνητικά τον χειρισμό του πολέμου από τον Στάλιν, πράγμα που θεωρήθηκε «αντισοβιετική προπαγάνδα», τιμωρούμενη με διά βίου δίωξη.
Ο Σολτζενίτσιν έγραφε το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» κρυφά και συνωμοτικά τα βράδια από το 1958 μέχρι το 1968, με φόβο ψυχής και χίλιες προφυλάξεις, για να μην πέσουν τα χειρόγραφα στα χέρια των πρακτόρων της Κα Γκε Μπε, που τον παρακολουθούσαν συνεχώς μετά την αποφυλάκισή του. Ακόμα και το Νόμπελ Λογοτεχνίας, που πήρε το 1970, δεν πήγε στη Σουηδία να το παραλάβει, από φόβο μήπως οι Αρχές δεν του επιτρέψουν να επιστρέψει στη Ρωσία και τελικά το παρέλαβε το 1974, όταν πια ήταν εξόριστος.
Το βιβλίο εκδόθηκε το 1973 στο Παρίσι και προκάλεσε παγκόσμιο πολιτικό και λογοτεχνικό σοκ - έξι βδομάδες μετά την έκδοσή του, η κυβέρνηση έδιωξε τον συγγραφέα από τη χώρα και του στέρησε τη ρωσική ιθαγένεια.
Όμως ο Σολτζενίτσιν άντεξε και ξεπέρασε τις σωματικές ασθένειες, άντεξε και ξεπέρασε τις κακουχίες, τις στερήσεις και τις διώξεις, άντεξε την απέλαση στη Δύση, την αφαίρεση της ιθαγένειάς του και έζησε για να δει το αστυνομικό κράτος, που τόσο βάναυσα τον κακοποίησε, να καταρρέει πάνω στα ερείπια των εγκλημάτων που διέπραξε σε βάρος εκατομμυρίων αθώων πολιτών του.




