Εφόσον η σημερινή μέρα, 19η Αυγούστου, καθιερώθηκε από τον ΟΗΕ να γιορτάζεται ως Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπισμού, επιλέγω να συνεχίσω σήμερα την ιστορία που άρχισα χθες, για την Τουρκοκύπρια συγγραφέα Λεϊλά Κιράλπ και για το βιβλίο της «Το άσπρο βρεγμένο μαντήλι που μοιραστήκαμε» - μια ιστορία ανθρωπισμού, ενός θύματος του πολέμου του 1974 και της επώδυνης πορείας του, για επούλωση του ψυχικού του τραύματος.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε τον Δεκέμβρη 2013 στη Δημοσιογραφική Εστία στη Λευκωσία, κατά την παρουσίαση του βιβλίου, που οργάνωσε ο Παγκύπριος Πολιτιστικός Σύλλογος και στο βήμα βρίσκεται ο μοναχογιός της Λεϊλά, Σιεφκή Κιράλπ και μιλά για «ένα βιβλίο για την τραγωδία και την ελπίδα των Κυπρίων», όπως χαρακτήρισε το έργο της μητέρας του.
Ο Σιεφκή είναι απόφοιτος ελληνικής φιλολογίας και καθηγητής στο πανεπιστήμιο της «Εγγύς Ανατολής» στην κατεχόμενη Λευκωσία και έχει μεταφράσει το βιβλίο από τα τουρκικά στα ελληνικά.
Δίπλα του, είναι η μητέρα του και η φιλόλογος και συγγραφέας Αγνή Χαραλάμπους, παρουσιάστρια του βιβλίου, που είναι η ιστορία της ζωής της Λεϊλά, στο χωριό της Μαρί, του γάμου της με τον Αχμέτ από το γειτονικό Ζύγι, της δολοφονίας του Αχμέτ και άλλων 82 άμαχων Τουρκοκύπριων, στην Τόχνη, από Εοκαβητατζήδες, τον Αύγουστο 1974 και της προσφυγοποίησής της, στον κατεχόμενο βορρά.
Το βιβλίο έχει επίκεντρο την ανόθευτη και αγνή φιλία της Λεϊλά με τη Μαρία Χρυσάνθου, Ελληνοκύπρια πρόσφυγα από την Αμμόχωστο, που κατοίκησε στη Λεμεσό και τη γνώρισε λίγο μετά την εισβολή, στο Ζύγι. Όπως έγραψα χθες, η Λεϊλά ξαναπαντρεύτηκε το 1981 με τον αρχιτέκτονα Μουσταφά Κιράλπ, ενώ τα οστά του Αχμέτ βρέθηκαν και κηδεύτηκαν τον Μάρτη 2014 στην εντός των τειχών Αμμόχωστο, μαζί με τα οστά άλλων πέντε Τουρκοκύπριων από το Ζύγι που είχαν δολοφονηθεί στην Τόχνη. Ήμουν ένας από τους Ελληνοκύπριους προσκεκλημένους της Λεϊλά Κιράλπ, στην κηδεία.
Η Λεϊλά έγραψε στο βιβλίο, πριν βρεθούν τα οστά του πρώτου συζύγου της: «Αν και έχω μια καινούργια οικογένεια και μια καινούργια ζωή, έκανα ό,τι μου ήταν δυνατόν για να μπορέσω να μάθω για το τέλος του Αχμέτ. Δεν είναι μόνο για τον Αχμέτ που ενδιαφέρομαι, μα για όλους τους αγνοούμενους της Κύπρου.
Και το ότι μοιράζομαι τον πόνο όλων των οικογενειών των αγνοουμένων, είναι για να μην ξαναζήσει κανείς τέτοιους πόνους. Ξέρω ότι αν δεν μοιραζόμαστε, δεν ζούμε και αν δεν σκαλίζουμε την πληγή που ανοίγουν οι πόνοι μέσα μας, δεν μπορούμε να τη γιατρέψουμε. Τότε η πληγή μετατρέπεται σε γάγγραινα και μας σκοτώνει.
»Σύμφωνα με τον ψυχίατρό μου, τον Αϊδήν Ντεμίρκολ, το ότι δεν μπόρεσα να μάθω για την τύχη του πρώτου άντρα μου, το ότι δεν μπόρεσα να του πάρω ούτε ένα μπουκέτο λουλούδια, μου δημιούργησε “το σύνδρομο του αξεπέραστου πένθους”. Όπως λέει, το αξεπέραστο πένθος αλλάζει σχήμα με τον καιρό και φαίνεται.
Εγώ αυτό το έζησα σαν ψυχολογικό πρόβλημα. Αν και ήταν πολύ δύσκολο, κατάφερα να ξεπεράσω αυτό το σύνδρομο και να ξαναρχίσω να σκέφτομαι σαν υγιής άνθρωπος. Το ότι κατάφερα να το κάνω, είναι το πιο σπουδαίο έπαθλο που χάρισα στον εαυτό μου και στους ανθρώπους που αγαπώ.
Η αγάπη στην Κύπρο έχει μολυνθεί, όμως δεν έχει εξαφανιστεί εντελώς ακόμα. Και αν τα ελληνικά δεν μοιάζουν με τα τουρκικά, οι Ελληνοκύπριοι μοιάζουν με τους Τουρκοκύπριους. Γιατί να μη γίνει η πατρίδα μας κοινή, όπως και η κουλτούρα μας;».




