Η εισήγηση του γνωστού blogger Πέτρου Ευδόκα, που δημοσιεύτηκε στη στήλη χθες (17 Αυγούστου 2016), για συλλογική και προσωπική ψυχιατρική θεραπεία όλων των ανθρώπων της γενιάς μας, δηλαδή των παιδιών προσφύγων του 1974 με την τραυματική παιδικότητα και εφηβεία λόγω του πολέμου, με πήρε τρία χρόνια πίσω, το καλοκαίρι 2013, όταν επισκέφθηκα την 60χρονη σήμερα Τουρκοκύπρια συγγραφέα Λεϊλά Κιράλπ και τον 30χρονο σήμερα γιο της Σιεφκή, στο σπίτι τους στην κατεχόμενη περιοχή Έγκωμης, έξω από την Αμμόχωστο.

Στα χέρια μου κρατώ το βιβλίο της Λεϊλά, «Το άσπρο βρεγμένο μαντήλι που μοιραστήκαμε», που ήταν και το θέμα της συνέντευξης που μου παραχώρησε τότε, για τον αγώνα της να ξεπεράσει το προσωπικό τραύμα της και να συγχωρέσει, ως σύζυγος ενός από τους 82 Τουρκοκύπριους δολοφονηθέντες στην Τόχνη, από ΕΟΚΑβητατζήδες, τον Αύγουστο 1974.

Η Λεϊλά Κιράλπ, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μαρί (πριν από την εισβολή αμιγώς τουρκοκυπριακό χωριό), διατυπώνει στο βιβλίο της ξεκάθαρα την ίδια θέση, με αυτήν του Πέτρου Ευδόκα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα θύματα, αλλά και τους θύτες.

«Πλήρωσα κι εγώ πολύ πικρά το τίμημα χάνοντας τους συγγενείς και τους συγχωριανούς μου και για το ότι η αλήθεια αποκρύφθηκε πολλά χρόνια για πολιτικές σκοπιμότητες», γράφει. «Για πολλά χρόνια ξυπνούσα από φοβερούς εφιάλτες κάθε νύχτα. Δεν μπορούσα να φάω από τη στεναχώρια και έγινα 45 κιλά.

Τα έβαλα με τους ανθρώπους και δεν έβγαινα έξω από το σπίτι. Επισκέφθηκα πολλούς γιατρούς. Αλλά τελικά κατάφερα να ξαναποκτήσω την υγεία μου, μετά από ψυχολογική θεραπεία μεγάλης διάρκειας. Κατά τη γνώμη μου κι οι άνθρωποι που διέπραξαν τα εγκλήματα χρειάζονται ψυχολογική θεραπεία, όπως και όσοι έχασαν τους αγαπημένους τους. Γιατί δεν μπορεί κάποιος να διάγει μια υγιή ψυχική ζωή, ξεχνώντας τα απελπισμένα βλέμματα των ανθρώπων που σκότωσε, γεμάτα φόβο, και να ζει με τα εγκλήματα που αντίκεινται στην ανθρωπότητα».

«Το 1974», μου είπε, «ήμουν 18 χρονών, δεν είχα ακόμα κλείσει ένα χρόνο γάμου με τον 25χρονο, τότε, Αχμέτ Μουσταφά από το γειτονικό Ζύγι (μεικτό χωριό τότε) και έχασα για πάντα τον άντρα μου, το σπίτι μου, τον κόσμο μου. Είχα μια τρομερή σύγκρουση με τον εαυτό μου… αλλά όταν τέλειωσα αυτό το βιβλίο, ησύχασα. Ψυχολογικά δεν ήταν εύκολο να το γράψω και τελικά το πέτυχα».

Η Λεϊλά έφυγε από το Ζύγι τον Μάιο 1975, αφού μάταια περίμενε τον γυρισμό του άντρα της. Τον Αύγουστο 1975 μετεγκαταστάθηκε στο Βαρώσι, ενώ το 1980 γνώρισε τον αρχιτέκτονα Μουσταφά Κιράλπ, τον παντρεύτηκε το 1981 και το 1986 γέννησε τον Σιεφκή, το μοναχοπαίδι της.

Όπως επεσήμανα τότε, είναι και οι Κιράλπ, μια από τις χιλιάδες οικογένειες Κυπρίων και από τις δύο κοινότητες που κτυπήθηκαν σκληρά από τη δικοινοτική αντιπαράθεση της δεκαετίας 1960 και κυρίως από την τουρκική εισβολή και τον πόλεμο του 1974, όμως είναι από τις λίγες που μετέτρεψαν την οργή ή και το μίσος για τους «άλλους», σε μια ειλικρινή διάθεση για επικοινωνία, κατανόηση και ειρηνική συνύπαρξη.

Η Λεϊλά ήρθε στο μυαλό μου και εξ αφορμής της κηδείας των οστών 33 Τουρκοκυπρίων αγνοούμενων της Τόχνης, ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο, την περασμένη Δευτέρα στα κατεχόμενα. Τα οστά του Αχμέτ, του πρώτου συζύγου της, είχαν βρεθεί και κηδεύτηκαν τον Μάρτη 2014 στην εντός των τειχών Αμμόχωστο, μαζί με τα οστά άλλων πέντε Τουρκοκυπρίων από το Ζύγι, που είχαν δολοφονηθεί στην Τόχνη.

Ήμουν ένας από τους Ελληνοκύπριους προσκεκλημένους της στην κηδεία. «Σήμερα νιώθω πολύ λυπημένη και ευτυχισμένη ταυτόχρονα, γιατί τέλειωσε μια θλίψη 40 χρόνων», μου είπε εκείνη τη μέρα.

Η Λεϊλά ήταν η μοναδική ομιλήτρια στην τελετή της κηδείας των «έξι» και ακόμα και σε αυτή τη δύσκολη περίσταση, όπου η συναισθηματική ένταση εύκολα στοχοποιεί τον «εχθρό», βρήκε τη δύναμη να μιλήσει για κοινό πόνο, που, όπως είπε, «τον γνωρίζουν μόνο αυτοί που τον έζησαν, είτε είναι Ελληνοκύπριοι είτε Τουρκοκύπριοι».