Έβαλα το χέρι στην κωλότσεπη για το κινητό, αλλά εκεί ήταν μόνο κάτι ξεχασμένες προσωπικές κάρτες, με δυσδιάκριτα ονόματα και διευθύνσεις απ’ τον πολύ καιρό που κάθομαι πάνω τους. Επέστρεψα στο αυτοκίνητο και σκάναρα με το βλέμμα τον χώρο - δεν ήταν πάνω, κάτω ή δίπλα στα καθίσματα, ούτε σε κάποια θήκη. Ανέβηκα ξανά στο γραφείο, άνοιξα το σακίδιο, πασπάτεψα στα συρτάρια, στο χαρτολόι και στα βιβλία, κτύπησα τον αριθμό μου από το σταθερό. Τίποτα δεν άκουσα και τίποτα δεν είδα, γιατί προφανώς το είχα στο αθόρυβο. Πήγα δίπλα στον νιπτήρα που είχα προηγουμένως πλύνει τα χέρια μου, δεν ήταν ούτε εκεί. Έριξα αφηρημένος μια ματιά στον καθρέφτη και χαμογέλασα, νομίζω με καγχασμό. Μου φάνηκαν πιο έντονες οι άσπρες τρίχες που πυκνώνουν στα μαλλιά μου κι ένιωσα σαν παιδάκι που έμεινε ορφανό.

Ένιωσα πως είμαι κλειδωμένος έξω και πως δεν μπορώ να μπω. Ξανά στο γραφείο για μια έρευνα πιο ενδελεχή, όπου το βρήκα τελικά τρυπωμένο στο ημερολόγιο μπροστά μου… Ανακούφιση τεράστια… σαν ν’ άνοιξα την πόρτα και μπήκα επιτέλους!

Θυμήθηκα άλλη μια απώλεια του κινητού μου, στο Λονδίνο. Ήξερα αμέσως πως το είχα χάσει, όταν έβαλα το χέρι στην τσέπη του σακακιού και δεν το βρήκα.

Ήταν μεσάνυχτα, μόλις είχα κατέβει από το τρένο και ένιωσα ξαφνικά έρημος, σαν τον σταθμό Totteridge and Whetstone του βόρειου Λονδίνου όπου βρισκόμουν εκείνη τη στιγμή. Ανέβηκα τα σκαλιά και βγήκα στον δρόμο - αποστερημένος από αυτό το ραδιενεργό μαραφέτι της επικοινωνίας, ήταν σαν να περπατούσα γυμνός σε μια μεγάλη σκοτεινή τρύπα.

Προσπάθησα στα γρήγορα να ανασυντάξω τις σκέψεις μου για το πώς θα οργάνωνα το πρωινό της επομένης, ώστε να πάω να αγοράσω άλλο, αφού εκεί, στη μεγάλη πόλη, πρέπει ν’ αναπληρώνεις αμέσως τις απώλειες, αλλιώς είσαι χαμένος από χέρι. Είχα ξεγράψει την πιθανότητα να το ανακτήσω, θεωρώντας ότι, ή μου το είχαν κλέψει ή το είχα ξεχάσει κάπου μέσα στην ανθρωποπλημμύρα της πλατείας Trafalgar, που είναι ουσιαστικά το ίδιο πράγμα.

Το πρωί, αντί για καλημέρα, ένας από τους συναδέλφους μού είπε ότι, γύρω στα μεσάνυχτα, του τηλεφώνησε ένας άγνωστος που ακουγόταν πολύ νεαρός, του είπε ότι είδε τον αριθμό του καταχωρημένο σε ένα κινητό που βρήκε στο τρένο και ότι θέλει να επικοινωνήσει με τον ιδιοκτήτη του, για να του το δώσει. Μου ήρθε αμέσως στο μυαλό το αναμαλλιάρικο αγόρι που στη διαδρομή καθόταν απέναντί μου στο άδειο βαγόνι της Northern Line. Νωρίς το απόγευμα, μου τηλεφώνησε στην εφημερίδα και δώσαμε ραντεβού στον σταθμό του High Barnet, όπου κατοικούσε. Ήρθε γελαστός και μου το έφερε. «Σου έπεσε στο κάθισμα την ώρα που σηκώθηκες», μου είπε.

«Ξέρω τι σημαίνει να χάνεις το κινητό σου». Ένας ψηλόλιγνος έφηβος, 16 χρονών. Κράτησα το όνομά του και το έχω καταγραμμένο: Jacob Meyers-Bolkin, γιος δασκάλων που του αρέσει η Λογοτεχνία και η Ιστορία. Όμορφα πράσινα μάτια, αμήχανες χειρονομίες. Σκέφτηκα, τι σημαίνει στ’ αλήθεια να χάνεις το κινητό σου; Μήπως σημαίνει ότι βρίσκεις κάτι άλλο; Υποθέτω, ναι.

Για μένα σήμαινε, σε εκείνη την περίπτωση, ότι μου είχε ανοίξει την πόρτα ένας μικρός, ουρανοκατέβατος άγγελος.