Ο ηλικιωμένος άντρας περπατούσε με κάποια δυσκολία… είχε μαλλιά αραιωμένα στο κρανίο του και κούραση πολλή μέσα στα μάτια του. Πέρασε και ξαναπέρασε μπροστά από την ανοικτή πόρτα του γραφείου μου, ενώ πληκτρολογούσα στον υπολογιστή.

Τον έβλεπα για αρκετά λεπτά να περιφέρεται χαμένος, στην αίθουσα των συντακτών. Βιαζόμουν να προλάβω τη χρονική προθεσμία που είχα στη διάθεσή μου -το καταραμένο deadline- για να παραδώσω έγκαιρα το κυριακάτικο ρεπορτάζ κι έτσι, νιώθοντας κάποια μικρά τσιμπήματα ενοχών, σηκώθηκα να τον βοηθήσω, με το μυαλό μου στη δουλειά.

Προσπάθησα μάταια να τον θυμηθώ, αφού κάποιον μου θύμιζε, κάποιον που ήξερα, πριν από χρόνια. Τελικά, αυτός που έψαχνε, ήταν ο συνάδελφος του διπλανού γραφείου και μόνον όταν είπε το όνομά του τον αναγνώρισα - όταν πηγαινοερχόταν για το ρεπορτάζ, πάντα πολυάσχολος και πολυπράγμων...

Ήταν ένας παλιός συνάδελφος (ή μάλλον η σκιά του), που ήρθε στην εφημερίδα να φέρει για δημοσίευση μια μικρή αγγελία. Προχώρησε προς το μέρος μου και μου έδωσε το χέρι. Αδύναμο σφίξιμο, τρεμάμενο χέρι. Το σφίξιμο και το χέρι ενός άντρα που δεν είναι πια εδώ.

Μου μίλησε για την πίεση που έχει ένας δημοσιογράφος στη δουλειά του, μέχρι την τελευταία στιγμή, μέχρι το τελευταίο του κείμενο, πριν αφυπηρετήσει.

Συμφώνησα βέβαια μαζί του, άλλωστε την πίεση στην οποία αναφερόταν, τη ζούσα στο πετσί μου την ίδια στιγμή. Συμφώνησα μαζί του και στο άλλο που είπε, ότι οι προϊστάμενοι είναι πάντα έτοιμοι να σε επικρίνουν για κάθε μικρό σου λάθος, υπαρκτό ή ανύπαρκτο, αλλά δεν σε ευχαριστούν ποτέ, για όλα τα σωστά και τα καλά σου. Ο βετεράνος ρεπόρτερ ευχαρίστησε και προχώρησε βραδυκίνητος, προς την έξοδο.

Σκέφτηκα χαμογελώντας άθελά μου πως, στα γεράματά μας, θα έχουμε την τύχη να βάζουμε δωρεάν στις εφημερίδες τις αγγελίες μας - και βέβαια την αγγελία του θανάτου μας, αν, φυσικά, μας θυμούνται ή μας αναγνωρίζουν, μέχρι τότε.

Τον κοίταξα καλύτερα καθώς αποχωρούσε, σηκώθηκα και πήγα μέχρι την πόρτα. Οι νέοι δεν τον ήξεραν, και δεν του έριξαν δεύτερη ματιά, καθώς περνούσε ανάμεσά τους, πηγαίνοντας στον ανελκυστήρα. Ένας αδιάφορος γέρος, γι’ αυτούς. Κι όμως υπήρξε περιζήτητος στην εποχή του και ήταν στο επίκεντρο πολλών γεγονότων και μεγάλων ειδήσεων - ήταν γύρω στα 45 όταν έτρεχε ξοπίσω το Εφεδρικό, την ΕΟΚΑ Β, τους πραξικοπηματίες και τον στρατό, τις μέρες της τουρκικής εισβολής…

Μπροστά στο ασανσέρ, ένα ζευγάρι κουβέντιαζαν μεταξύ τους και χαχάνιζαν, έχοντας γυρισμένες τις πλάτες τους σε αυτόν, λες και ήταν αόρατος ή ανύπαρκτος.

Έφερα νοερά τον εαυτό μου στη θέση του και ανατρίχιασα άθελά μου - η αίθουσα σύνταξης αυτή τη μέρα του Αυγούστου ήταν άδεια σχεδόν, αλλά ένιωσα πως η αίσθηση της ερημιάς θα ήταν ίδια, έστω και αν η αίθουσα ήταν γεμάτη.

Δεν έμεινα για πολύ σε αυτήν τη μοναξιά, την έθαψα σε μια σκοτεινή τρύπα του μυαλού… κι έσπευσα στο μισοτελειωμένο ρεπορτάζ της Κυριακής, που με περίμενε να το τελειώσω και να το παραδώσω.