Με επιστολή της στη στήλη, η Επίτιμη Πρόεδρος της μη κυβερνητικής οργάνωσης Cyprus Stop Trafficking Ανδρούλα Χριστοφίδου Henriques δίνει νέα κατεύθυνση στο ζήτημα που με απασχόλησε το Σαββατοκύριακο για το φαινόμενο της κυπριακής Αστυνομίας, που γίνεται πελάτης της καταναγκαστικής πορνείας, υποτίθεται για να την… καταπολεμήσει, μαζεύοντας τα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά των συνεργατών της.
Εμπλέκει δηλαδή και δακτυλοδείχνει ως…«ενόχους» τους δικαστές και την κυπριακή Δικαιοσύνη, για την επιστράτευση αντρών συνεργατών της Αστυνομίας, που κάνουν σεξ ως πελάτες, με τις γυναίκες των κυκλωμάτων trafficking, για να…καταστείλουν το σωματεμπόριο! Σημειώνει, μάλιστα, ότι ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας, με γνωμάτευσή του, επιτρέπει αυτή την απαράδεκτη πρακτική.
Η πιο πρόσφατη σχετική υπόθεση αφορά νεαρή γυναίκα από την Κίνα με το ψευδώνυμο «Λούση», σύζυγο Κυπρίου, που κατηγορήθηκε για σωματεμπόριο και τέθηκε την περασμένη Πέμπτη (4 Αυγούστου 2016), σε 8ήμερη κράτηση, με ένταλμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Η «Λούση» συνελήφθη σε διαμέρισμα στη Λευκωσία και κατηγορήθηκε στο Δικαστήριο, μετά που πιάστηκε επ’ αυτοφώρω σε σεξουαλικό τρίγωνο με άλλη Κινέζα και με συνεργάτη της Αστυνομίας, που παρουσιάστηκε ως πελάτης, κάνοντας σεξ με τις δύο γυναίκες, αφού είχε προπληρώσει τις υπηρεσίες τους με σημαδεμένα χαρτονομίσματα.
Η δεύτερη νεαρή Κινέζα οδηγήθηκε στο κρατικό καταφύγιο θυμάτων, ως πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων και, όπως έγινε γνωστό, θα αποτελέσει τον κυριότερο μάρτυρα κατηγορίας στην υπόθεση και ήδη έδωσε κατάθεση που ενοχοποιεί τη συλληφθείσα και μιαν άλλη καταζητούμενη Κινέζα.
Στο Δικαστήριο παρουσιάστηκαν ως τεκμήρια 343 αχρησιμοποίητα και τέσσερα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά, σεξουαλικά βοηθήματα, τέσσερα κινητά τηλέφωνα, ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής και 345 ευρώ, που κατασχέθηκαν από το διαμέρισμα…
Μου γράφει λοιπόν η κυρία Henriques»: «Αγαπητέ μου Μάριε, διάβασα τα άρθρα σου του Σαββάτου και της Κυριακής, σχετικά με την καινούργια υπόθεση σωματεμπορίας. Συμμερίζομαι την αγανάκτησή σου σχετικά με τη χρήση συνεργάτη από την Αστυνομία κι όπως είμαι επιρρεπής προς την αγανάκτηση, προσπαθώ τουλάχιστον να πληροφορούμαι όσο γίνεται πιο σωστά, ώστε η αγανάκτησή μου να έχει τον στόχο που πρέπει. Ιδού οι πληροφορίες που έχω:
Στον σχετικό νόμο περί σωματεμπορίας δεν αναφέρεται κάτι το συγκεκριμένο σχετικά με τις αναγκαίες αποδείξεις, που χρειάζονται για κάθε υπόθεση που εξετάζεται. Δυστυχώς όμως το Δικαστήριο απαιτεί, μέχρι σήμερα, τεκμήρια τέτοιου είδους, που προσβάλλουν ηθικούς κανόνες. Απαιτεί δηλαδή χρησιμοποιημένο προφυλακτικό, ώστε να υπάρχει ακράδαντη απόδειξη ότι το θύμα υπέστη σεξουαλική εκμετάλλευση.
Πώς μπορεί να γίνει αυτό, εάν δεν χρησιμοποιεί η Αστυνομία συνεργάτες; Δεν είναι λοιπόν η Αστυνομία που παρανομεί -άλλωστε σχετικά με το θέμα υπάρχει γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα, που επιτρέπει τη χρήση συνεργατών- αλλά το Δικαστήριο, που έχει τέτοιου είδους απαιτήσεις.
Δεν είμαι νομικός για να προτείνω κάποια λύση, θέλω όμως να σου υπενθυμίσω ότι πριν από μερικά χρόνια, όλα τα αναγνωρισμένα από την Αστυνομία θύματα σωματεμπορίας, όταν καλούνταν να μαρτυρήσουν στο Δικαστήριο και να καταγγείλουν τους διακινητές κι εκμεταλλευτές τους, οι κύριοι δικαστές τις έκριναν ως αναξιόπιστες μάρτυρες.
Μήπως πρέπει να προτείνουμε στους δικαστές να παίρνουν πιο σοβαρά την προφορική μαρτυρία των θυμάτων;
Με πολλή εκτίμηση, Ανδρούλλα Χριστοφίδου Henriques».




