Γράφοντας τις προηγούμενες μέρες για τη βία και τη σκληρότητα της παλιάς Κύπρου, απέναντι στις γυναίκες και στα παιδιά, με επίκεντρο τα δύο βιβλία για εγκλήματα γυναικών στην Κύπρο της Αγγλοκρατίας, του συγγραφέα ερευνητή από τη Λευκωσία Στέφανου Ευαγγελίδη, δεν γινόταν να μη θυμηθώ τον Ανδρέα Ευαγγέλου, σήμερα 76 χρονών, κάτοικο Λονδίνου από το 1960 - τον άντρα που, πριν οκτώ χρόνια, μπήκε στο γραφείο μου στο Λονδίνο κρατώντας, ανάμεσα στους σιδερένιους γάντζους που έχει για χέρια, έναν φάκελο με φωτογραφίες, από επίσκεψή του στο κατεχόμενο χωριό του, την Αγία Τριάδα Γιαλούσας.

Η συνέντευξη που μου έδωσε τότε, για τον ακρωτηριασμό του στα 19 του χρόνια και την αποκοπή και των δύο χεριών του από έκρηξη δυναμίτη για ψάρεμα -που υπήρξε ο χειρότερος σταθμός, σε μια τραυματική διαδρομή, από την τρυφερή παιδική του ηλικία- είναι πολύ ζωντανή στη μνήμη μου. (Ανάμεσα στις χιλιάδες συνεντεύξεις που πήρα στη διάρκεια της δουλειάς μου και έχω πια ξεχάσει).

Ο Ανδρέας Ευαγγέλου, ο οποίος γεννήθηκε το 1940, δεν μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο σαν τον Όλιβερ Τουίστ, όμως η παιδική του ηλικία στην αγγλοκρατούμενη Κύπρο των δεκαετιών 1940 και 1950, μέσα σε ένα περιβάλλον άγνοιας, αμορφωσιάς, απόλυτης φτώχιας και στερήσεων, έμοιαζε πολύ με εκείνην που έζησε στη βικτωριανή Αγγλία, ο μικρός φημισμένος ήρωας του Κάρολου Ντίκενς.

Σαν τον Όλιβερ Τουίστ, ο Ανδρέας γνώρισε μικρός τη βία μιας εποχής εχθρικής στην παιδικότητα και, σαν τον Όλιβερ Τουίστ, έγινε δραπέτης και φυγάς, εγκατέλειψε το περιβάλλον του, περιπλανήθηκε σε άγνωστα μέρη, κοιμήθηκε σε χωράφια με σκέπη του τον ουρανό, έζησε ανήλικος έφηβος μέσα σ’ ένα παντοπωλείο, με κρεβάτι του σακιά των πατατών. «Τα παιδικά μου χρόνια στην Αγία Τριάδα τα έζησα, που λέει ο λόγος, με ξερό ψωμί», μου είπε.

«Ο πατέρας μου ήταν βοσκός και είχα τρία αδέλφια μεγαλύτερα και μια αδελφή μικρότερη και, όπως όλα τα αδέλφια μου έτσι και εγώ, από τεσσάρων χρονών βοηθούσα στη μάντρα - την καθαρίζαμε, αρμέγαμε τα πρόβατα, τα κουρεύαμε το καλοκαίρι, τα ποτίζαμε μεταφέροντας νερό από έναν λάκκο στη γειτονιά.

Η καθημερινότητά μας ήταν από τόσο νωρίς γεμάτη υποχρεώσεις και τίποτε άλλο. Στη δευτέρα του δημοτικού, ο δάσκαλός μου με έδερνε κάθε μέρα και με πρόσβαλλε, ότι ήμουν ξύλο απελέκητο και ότι δεν έπιανα τα γράμματα. Τα άλλα παιδιά με πείραζαν, εγώ αντιδρούσα, τσακωνόμασταν συνέχεια.

Ούτε να διαβάσω είχα όρεξη, ούτε να πάω στο σχολείο. Μια μέρα μαλλιοτραβηχτήκαμε με έναν συμμαθητή μου και ο πατέρας του το είπε στον πατέρα μου, οπότε έφαγα ξύλο και από τον πατέρα μου. Την επομένη στο σχολείο ο δάσκαλος με τιμώρησε, να μη βγω το διάλειμμα στην αυλή. Όταν σχόλασα έφαγα ξύλο και από τη μάνα μου, γιατί με έστειλε να φέρω νερό από τον ποταμό δυο φορές και την τρίτη φορά αρνήθηκα.

Το είπε στον πατέρα μου, που με ξανάδερε και με διέταξε να μαντρίσω το κοπάδι, ενώ εκείνος πήγε στον καφενέ. Εκεί τον βρήκε ο δάσκαλος και του είπε ότι δεν ήξερα να διαβάσω. Ήρθε λοιπόν στο σπίτι ενώ κοιμόμουν, με ξύπνησε, μου έδωσε δυο πάτσους και μου είπε να κάτσω να διαβάσω... Του είπα δεν μπορώ και όσο του έλεγα ότι δεν μπορώ, τόσο πιο πολύ με έδερνε… Μια Δευτέρα πρωί, με έβαλε ο δάσκαλος να διαβάσω, δεν ήξερα και με φώναξε κοντά του θυμωμένος.

Μου έδωσε κάμποσες με τη βίτσα και στις δύο χούφτες και με έστειλε στο θρανίο μου, με την εντολή να αντιγράψω ό,τι είχε γράψει εκείνος στον πίνακα. Επειδή δεν μπορούσα ούτε να πιάσω το μολύβι από τον πόνο, με ξανάδερε. Όταν έπαιξε κουδούνι για διάλειμμα, με άφησε για τιμωρία μέσα στην τάξη.

Αλλά μόλις ξανάπαιξε το κουδούνι για να αρχίσει το μάθημα, άνοιξα το παράθυρο, πετάχτηκα έξω κι έφυγα. Πήγα περπατητός στο Ριζοκάρπασο να βρω τον θείο μου τον Κυριάκο, τον αδελφό του πατέρα μου, που τότε ούτε τον ήξερα, ούτε με ήξερε. Απλώς τον σκέφτηκα σαν μια σανίδα σωτηρίας, για να γλιτώσω το ξύλο και από τους γονιούς μου και από τον δάσκαλο.

Όταν έφτασα στο Ριζοκάρπασο είχε νυχτώσει και δεν ήξερα πού να πάω… κι έτσι τρύπωσα σε έναν φούρνο, σε μιαν άγνωστη αυλή για να περάσω τη νύχτα, σαν τον λαγό. Μην ξεχνάς ότι ήμουν μόνο εννιά χρονών. Χαράματα του φου, ήρθε η γυναίκα να ανάψει τον φούρνο! Ήταν έτοιμη να βάλει μέσα θρουμπιά, οπότε πετάχτηκα έξω κατατρομαγμένος.

“Απαναΐα μου, έχει αλουπό δαμέσα», είπε η γυναίκα και σήκωσε το Ριζοκάρπασο στις φωνές. Όμως εγώ έγινα αστραπή και πήρα τον δρόμο για να επιστρέψω στο χωριό μου. Έξω από την Αγία Τριάδα συνάντησα τον Αλί, έναν Τουρκοκύπριο βοσκό από τη Γαληνόπορνη που ήταν φίλος με τον πατέρα μου, του είπα τα καθέκαστα και με πήρε στο σπίτι του. Με έβαλε να κοιμηθώ με τα παιδιά του και το πρωί βοήθησα τη γυναίκα του να ταΐσει τις όρνιθες και να καθαρίσει τη μάντρα.

Ήρθε ο Αλί τη νύχτα και με πήρε στον πατέρα μου, που μου υποσχέθηκε ότι δεν θα με ξαναδέρει. Αλλά λίγο καιρό μετά, πάλι με ξανάδερε και ξανάφυγα από το σπίτι. Για αρκετές νύχτες, κοιμόμουν μέσα στα μποστάνια, στο ύπαιθρο -ξέρεις τη νύχτα το χώμα είναι ζεστό- μέχρι που με έπιασε ο ιδιοκτήτης και με πήρε στους γονιούς μου.

Επέστρεψα στο σχολείο, μόνο για δύο εβδομάδες και το εγκατέλειψα οριστικά, καταφεύγοντας για πεντέξι μήνες στην ξαδέλφη της μάνας μου, τη θεία Αρετή στη Γιαλούσα. Τους βοηθούσα στο μάζεμα των χαρουπιών, των αμυγδάλων και των ελιών.

Μετά πήγα βοσκός για δύο χρόνια, με τον Χαλακατέβα τον Γιαλουσίτη και στη συνέχεια, στα 12 μου χρόνια, έφυγα για το Βαρώσι, όπου για άλλα δύο χρόνια πουλούσα φρούτα στο παντοπωλείο - τις νύχτες κοιμόμουν πάνω στις σακούλες ανάμεσα στις αποθηκευμένες πατάτες μέσα στο παντοπωλείο και πλενόμουν στα δημόσια λουτρά εκεί κοντά.

Στα 14 μου, κι ενώ άρχισαν οι κινητοποιήσεις και η δράση της ΕΟΚΑ κατά των Εγγλέζων, πήγα πίσω στο χωριό, όπου με προσέγγισαν κάποιοι συγχωριανοί και ορκίστηκα στην ΑΝΕ.

Τις νύχτες γράφαμε συνθήματα κατά των Εγγλέζων πάνω στους τοίχους των σπιτιών και στους δρόμους. Το 1956 έφυγα από το χωριό και πήγα στο Βαρώσι, όπου συνέχισα να δρω για την Οργάνωση, μέχρι και το τέλος του αγώνα».