Στα άρθρα της στήλης του Σαββατοκύριακου που πέρασε, έκανα αναφορά στη βία και τη σκληρότητα της βουκολικής, οπισθοδρομικής Κύπρου της αποικιοκρατίας, όχι μόνο απέναντι στις γυναίκες, αλλά και απέναντι στα παιδιά, με επίκεντρο τα δύο βιβλία για παλιά εγκλήματα που διέπραξαν γυναίκες στην Κύπρο της Αγγλοκρατίας, του συγγραφέα ερευνητή από τη Λευκωσία, Στέφανου Ευαγγελίδη.
Σε σχέση με το πρώτο βιβλίο, τη «Στυλιανή Χ», για τη Στυλλού Χριστοφή από το Ριζοκάρπασο, που το 1954 σκότωσε στο Λονδίνο τη Γερμανίδα νύφη της Hella και ακολούθως δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις φυλακές Holloway, ανέδειξα έντονα την πληροφορία που μου έδωσε ο συγγραφέας, ότι η Στυλλού δεν πήγε ποτέ σχολείο και ότι πέρασε τα παιδικά της χρόνια δουλεύοντας σκληρά στα χωράφια. Μάλιστα, όταν ήταν μικρή, δούλευε σπάζοντας πέτρες, για να στρωθεί ο δρόμος Ριζοκαρπάσου-Γιαλούσας.
Σε σχέση με το δεύτερο βιβλίο, «Μήδειες και Κλυταιμνήστρες, για άλλες οκτώ Κύπριες γυναίκες, που πρωταγωνίστησαν ή συμμετείχαν σε ιδιαίτερα σκληρούς φόνους, κοντοστέκομαι στη στυγνή δολοφονία της 4χρονης Μαρίας Στυλλή, τον Ιούλιο 1931, από τον Ηλία Σολωμού, δεύτερο σύζυγο της μητέρας της, Ζωής Παναγή - ο δολοφόνος βύθισε στην κοιλιά του παιδιού μεγάλη βελόνα πλεξίματος, που τη σκότωσε, ενώ στο έγκλημα είχε συμμετοχή και η μητέρα του θύματος. (Εκτελέστηκαν και οι δύο με απαγχονισμό, λίγους μήνες αργότερα).
Σημείωσα όσα είπε σε κατάθεσή της σε σχέση με το έγκλημα η Ζωή Παναγή, στον επικεφαλής του αστυνομικού σταθμού Πάνω Αρχιμανδρίτας, ότι η μικρή Μαρία ήταν το μοναδικό από τα τέσσερα παιδιά της, που κράτησε μαζί της, μετά τον θάνατο του συζύγου της και τον δεύτερο γάμο της. Ανέφερε δηλαδή ότι τα τρία μεγαλύτερα παιδιά της, την 11χρονη Τιμοθέα, τον 10χρονο Αχιλλέα και τον 8χρονο Αριστοτέλη τα είχε στείλει να δουλέψουν (πιθανολογώ, σε συνθήκες σκλαβιάς), μακριά από το σπίτι, δύο χρόνια προηγουμένως.
Είπε τα εξής, κατά λέξη, στην κατάθεσή της: «Λόγω της μεγάλης μου φτώχιας, έστειλα την Τιμοθέα (σ.σ. 9 χρονών τότε), να εργαστεί ως υπηρέτρια σε κάποιον Γιώργο στη Λεμεσό. Τα αγόρια τα έβαλα να εργαστούν ως εργάτες. Τον Αχιλλέα (σ.σ. 8 χρονών τότε), στη δουλειά κάποιου Νεόφυτου Δημητρίου και τον Αριστοτέλη (σ.σ. 6 χρονών τότε), στη δουλειά κάποιου Παναγιώτη Στασή. Τη Μαρία την είχα μαζί μου».
Με τα δύο αυτά βιβλία, ο συγγραφέας αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες κόλασης για την παιδικότητα και τη βαναυσότητα απέναντι στα παιδιά, που επικρατούσαν στην Κύπρο, μέχρι και τη δεκαετία 1950 και την ανεξαρτησία του νησιού. Όταν η ζωή περιελάμβανε μόνο υποχρεώσεις, εντολές και συχνά ασήκωτα καθήκοντα, για τους αδύνατους παιδικούς ώμους.
Οι γονείς θεωρούσαν το σχολείο μιαν άσκοπη απασχόληση για τα παιδιά και μια ενοχλητική εκτροπή, που τους στερούσε βοηθητικό προσωπικό και ένα επιπρόσθετο, έστω μικρό εισόδημα. Πολλοί δεν έστελναν τα παιδιά τους στο σχολείο, ή έσπευδαν να τα βγάλουν από τις πρώτες κιόλας τάξεις, για να τα επιστρατεύσουν στο χωράφι ή σε κάποιο επάγγελμα.
Όπως έγραψα σε άλλη περίπτωση, οι αποικιοκράτες ασκούσαν βία στους άντρες, οι άντρες ασκούσαν βία στις γυναίκες και όλοι μαζί ασκούσαν βία στα παιδιά. Η βία δεν ήταν αιτία μίσους, δεν διέλυε οικογένειες, αντίθετα σφυρηλατούσε τους δεσμούς.
Οι γονείς αγαπούσαν τα παιδιά τους, αλλά χάσμα τεράστιο χώριζε τον κόσμο των παιδιών, από τον κόσμο των μεγάλων - μια σκοτεινή καταπακτή, όπου μέσα χάθηκαν αμέτρητες νεαρές ψυχές, διψασμένες για στοργή, για διάκριση, για γνώσεις, για ελευθερία.




