Παρά το ότι, θέμα των δύο πρώτων βιβλίων του συγγραφέα ερευνητή από τη Λευκωσία Στέφανου Ευαγγελίδη, δικηγόρου και καθηγητή νομικών μαθημάτων στην Αθήνα, «Στυλιανή Χ», και «Μήδειες και Κλυταιμνήστρες», είναι η εγκληματικότητα γυναικών στην Κύπρο της Αγγλοκρατίας, εντούτοις αναγνωρίζει ότι εκείνα τα χρόνια, «η γυναίκα στην Κύπρο ήταν κατά κύριο λόγο το θύμα και όχι ο θύτης». Όπως γράφει, «γυναίκες δολοφονούνταν από συζύγους αφέντες γιατί δεν ήταν καλό το φαγητό, κόρες έπεφταν θύματα των αρρωστημένων ορέξεων των πατεράδων τους, γυναίκες έπεφταν θύματα κάθε διεστραμμένου και δεν τολμούσαν να μιλήσουν, για να μη θιγεί η τιμή και η υπόληψη της οικογένειας».

Τονίζει ότι οι φόνισσες για τις οποίες γράφει στα βιβλία του, «ήταν κομμάτια αυτού του κόσμου, ήταν “προϊόντα”, τρόπον τινά, αυτής της αδυσώπητης πραγματικότητας. Η Παναγιώτα, η Στυλιανή, η Μαρία, η Ζωή και η Κατίνα, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ξεράσουν τη βία που είχαν καταπιεί οι ίδιες. Τη βία που είχαν ζήσει στην ψυχή και στο κορμί τους».

Όπως υπογραμμίζει, «προσπαθώ να μεταφέρω στον αναγνώστη μια εξήγηση των γεγονότων, τα οποία οδήγησαν κάποιες γυναίκες να στερήσουν τη ζωή από ένα συνάνθρωπό τους. Πέρα από το ενδιαφέρον (νοσηρό κατά κάποιους), που παρουσιάζουν οι ιστορίες, αναδεικνύονται αρκετά στοιχεία που μας δίνουν μια ζωντανή εικόνα της ζωής στην Κύπρο το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Εκτός από το ότι είναι σημαντικό να ξέρουμε, πώς βίωναν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής τέτοια θλιβερά συμβάντα, αναδεικνύονται επαγγέλματα, πρακτικές και άνθρωποι, των οποίων η ύπαρξη δεν έχει καταγραφεί πουθενά. Επιδίωξα να συμπεριλάβω στο κείμενό μου, εκτός από τα ονόματα των πρωταγωνιστών, τα ονόματα των “δευτεραγωνιστών”, και τα ονόματα ανθρώπων που κινούνται στο παρασκήνιο, στην προσπάθειά μου να φωτίσω τη λεπτομέρεια σε μια Κύπρο που χάθηκε».

Ο Στέφανος Ευαγγελίδης επισημαίνει ότι «για τις γυναίκες της Κύπρου, η Οθωμανική περίοδος υπήρξε μια σκοτεινή εποχή. Όσο και να ψάξει κάποιος τα κείμενα των πρώτων αιώνων της Τουρκοκρατίας, δεν θα βρει καμιά αναφορά σε γυναίκες, λες και στην Κύπρο κατοικούσαν μόνο άντρες! Πουθενά δεν γίνεται μνεία γυναικών, ούτε καν γυναικείων ονομάτων. Πουθενά δεν γίνεται λόγος για τις δραστηριότητές τους και κανένας δεν φαίνεται να τις υπολογίζει. Οι γυναίκες βρίσκονταν κρυμμένες στα βάθη του σπιτιού τους, μακριά από τα ανδρικά βλέμματα...

»Η άφιξη των Άγγλων το 1878 σήμανε πολλές αλλαγές για την κυπριακή κοινωνία και ειδικά για τη ζωή των γυναικών. Οι κλειστές πόρτες των σπιτιών άνοιξαν και οι γυναίκες, μετά από αιώνες απομόνωσης, άρχισαν να βγαίνουν από τα σπίτια-φυλακές. Η ελευθερία αυτή των γυναικών έφερε καταστάσεις πρωτόγνωρες για την κυπριακή κοινωνία. Ο δρόμος όμως για τη γυναικεία χειραφέτηση ήταν ακόμα μακρύς και δύσβατος. Η Ohnefalsch-Richter, που έζησε στην Κύπρο από το 1894 μέχρι το 1912 (σ.σ. Magda Ohnefalsch-Richter, σύζυγος του Γερμανού ''αρχαιολόγου'' Max Ohnefalsch-Richter, δημοσίευσε το 1913, στα γερμανικά, βιβλίο με τίτλο τα ''Ελληνικά ήθη και έθιμα στην Κύπρο''), γράφει: “Η τουρκική κυριαρχία, που διήρκεσε 300 χρόνια, είχε δυσμενείς επιδράσεις, ιδιαίτερα σε έναν τομέα, αυτόν της ελληνικής οικογενειακής ζωής. Οδήγησε κυρίως, στον παραγκωνισμό των γυναικών. Ακόμα και σήμερα σε πολλές περιπτώσεις, οι σύζυγοι και οι γιοι τρώνε πρώτοι, αφού τους σερβίρουν η γυναίκα και η κόρη. Τότε μόνο και αφού σερβίρουν τους άντρες, μπορούν οι γυναίκες να καθίσουν στο τραπέζι, πολλές φορές μάλιστα μαζί με την υπηρεσία”».

Ο συγγραφέας καταλήγει ότι «το πρώτο στοιχείο που βοήθησε στη χειραφέτηση της Κυπρίας, είναι η μόρφωση. Η μόρφωση και η εργασία, συνέβαλε στην αφύπνιση της Κυπρίας. Γύρω στο 1915, οι πρώτες φωνές ενάντια στην καταπίεση των γυναικών ακούστηκαν από τις πρώτες φεμινίστριες - τις Κύπριες διδασκάλισσες. Αλλά οι πρώτες αυτές φωνές ήταν αδύναμες και ο δρόμος για την ισότητα ήταν μακρύς και δύσβατος.

»Στα χωριά ειδικά, οι γυναίκες παρέμεναν κάτω από την εξουσία πατεράδων και συζύγων, ενώ τα ήθη και η νοοτροπία που κυριαρχούσαν, περιόριζαν ασφυκτικά τη ζωή τους. Η μόρφωση των γυναικών, ακόμα και μέχρι τη δεκαετία 1940, δεν εθεωρείτο σημαντική, καθώς ο σκοπός της γυναίκας ήταν ο γάμος και η τεκνογονία. Επιπλέον οι αλλαγές που έφεραν οι Εγγλέζοι έφεραν ανασφάλεια και αβεβαιότητα, ιδιαίτερα στις συντηρητικές οικογένειες της κυπριακής υπαίθρου, που αντιδρώντας περιόρισαν ακόμα πιο πολύ τις κόρες τους και τις πάντρευαν στην πρώτη εφηβική ηλικία.

»Μέχρι τότε τα κορίτσια παρέμεναν και πάλι κρυμμένα στο σπίτι, για να αποφύγουν τους ξενόφερτους πειρασμούς που απειλούσαν την ηθική τους. Η νοοτροπία του πατέρα ή συζύγου αφέντη εξακολουθούσε, ακόμα και κάτω από τους βρετανικούς νόμους: ένας pater familias που δεν έδινε λόγο σε κανένα».