Πολλά εισαγωγικά στο κείμενο, με τον «πρωθυπουργό» Χουσεΐν Οζγκιουργκιούν να κάνει (προχθές) δηλώσεις στο παράνομο αεροδρόμιο της Τύμπου, πλαισιωμένος από τους άλλους αχυράνθρωπους - τον «υπουργό» εξωτερικών Ταχσίν Ερτουγρούλογλου, τον «υπουργό» οικονομίας και ενέργειας Σουνάτ Ατούν, τον «υπουργό» γεωργίας και φυσικών πόρων Ναζίμ Τσαβούσογλου και τον «υπουργό» τουρισμού και περιβάλλοντος Φικρί Ατάογλου, που έσπευσαν στην Άγκυρα να δηλώσουν με εμφανή, παροξυσμική σιελόρροια και χαρακτηριστικά σπασίματα της μέσης την αφοσίωσή τους στο απόλυτο αφεντικό της μετα-πραξικοπηματικής Τουρκίας.
Μίλησε για νέο οικονομικό πρωτόκολλο με τη μητέρα πατρίδα και για το έργο μεταφοράς νερού από αυτήν στα κατεχόμενα - το αποκάλεσε «σημείο καμπής που δεν θα ωφελήσει μόνο τους Τουρκοκύπριους, αλλά θα δοθεί και στους Ελληνοκύπριους, όταν θα υπάρξει μια τελική συμφωνία, όπως ελπίζουμε».
Είδε, είπε, και τον αρχηγό του τουρκικού ΓΕΣ Χουλουσί Ακάρ και επιβεβαίωσαν, στη συνάντησή τους, ότι «είναι σημαντικό να είναι ισχυρές και υγιείς οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, που διαφυλάττουν την ειρήνη στην Κύπρο»(!!!). Αλλά είδε, βέβαια, και τον Μπιναλί Γιλντιρίμ (ναι, τον πολιτικά ανύπαρκτο μουστακαλή που παίζει τον ρόλο του πρωθυπουργού), που παπαγάλισε κι αυτός το ποίημα του Ερντογάν και του βαθέος κράτους, περί της αιωνιότητας των τουρκικών εγγυήσεων…
Άθελά μου σκέφτηκα, πώς θα νιώθουν άραγε για όλα αυτά οι νεότεροι Τουρκοκύπριοι, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Κερύνεια, στη Μόρφου, στα χωριά της Μεσαορίας και της Καρπασίας και σε εκείνα πίσω από τον Πενταδάκτυλο; Δεν τους ξέρουμε πραγματικά, μας είναι άγνωστοι και η φωνή τους δεν ακούγεται σχεδόν ποτέ.
Υποθέτω ότι αναγνωρίζουν τους αχυράνθρωπους, όταν τους βλέπουν και τους ακούν, αλλά και είναι αποφασισμένοι να πολεμήσουν και να πεθάνουν αν χρειαστεί, για το σπίτι τους, τη γειτονιά τους, το χωριό και την πόλη τους. Τι κι αν τους φωνάζουμε από τον νότο, ότι δεν είναι δικά τους και ότι τα πήρε ο στρατός με τη βία και το έγκλημα; Δεν ξέρουν άλλο σπίτι, άλλη γειτονιά, άλλο χωριό κι άλλη πόλη.
Όσο για τους μεγαλύτερους, γι’ αυτούς που είναι τίμιοι άνθρωποι, που έχουν φιλότιμο και μπέσα... δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση τους... Να κατοικώ σε τόπους άλλων και να νοσταλγώ μάταια τους δικούς μου - να είμαι ένας πρόσφυγας μοναδικός στον κόσμο, που εκπαιδεύεται από το σύστημα των αχυρανθρώπων, όχι να θυμάται, αλλά να ξεχάσει. Να ζω αυτήν τη διπλή ζωή του ατόμου που «απελευθερώθηκε», μόνο και μόνο για να υποδουλωθεί από τη στρατιωτική μηχανή που τον «απελευθέρωσε».
Μου έρχονται τώρα στο μυαλό τα λόγια του Σενέρ Λεβέντ, ξεχωριστού ανθρώπου και δημοσιογράφου: «Δεν θα ήθελες να ζεις, όπως εγώ, σε μια χώρα, την Αστυνομία της οποίας δεν εμπιστεύεσαι, δεν πιστεύεις στη δικαιοσύνη της, θεωρείς τον στρατό της κατοχικό και τους πολιτικούς της συμφεροντολόγους και βλάκες, έτσι δεν είναι; Αλλά κοίτα πως και εδώ περνούν οι μέρες. Και εδώ ανατέλλει και βασιλεύει ο ήλιος. Βρέχει. Ανθίζουν τα λουλούδια. Έχουμε και εμείς ημέρες και νύκτες. Φωσφορισμούς. Αστέρια. Και φως του φεγγαριού. Γαβγίζουν τα σκυλιά. Νιαουρίζουν οι γάτες. Λέγονται πονεμένα τραγούδια. Κλαδεύονται οι φράχτες. Μεγαλώνουν οι φοινικιές»…




