Πέρα από το ρεπορτάζ στη σημερινή κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας, για την παραχώρηση της κυπριακής υπηκοότητας στην 29χρονη Φατίμα Μίσhιμου (Fatema Mishimou), από το Μπαγκλαντές, Κοινωνική Λειτουργό και ακτιβίστρια υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που έκανε την Κύπρο σπίτι και πατρίδα της, στα 16 της χρόνια, συνεχίζω σήμερα τη δημοσίευση αποσπασμάτων από άλλα δύο κείμενά της, στην προσωπική της ιστοσελίδα (blog), ως μέρος του ταξιδιού της στην αυτογνωσία και την ελευθερία. Τα γραφόμενά της αυτά αφορούν τη σχέση της με τη μητέρα της και ρίχνουν φως στον άγνωστο και σκληρό κόσμο της υποκρισίας και της συμμόρφωσης - αυτόν που άφησε πίσω της η Φατίμα.

Στο πρώτο κείμενο, αναφέρεται σε ένα τηλεφώνημα που δέχτηκε από τη μητέρα της, που της είπε πόσο επιθυμεί να τη δει να παντρεύεται. Γράφει η Φατίμα: «Η βασική αποστολή της ως γονιός, μαζί με αυτήν του συζύγου της (του βιολογικού μου πατέρα, που δεν θέλω να τον πιστώνω ως πατέρα μου), είναι να εξασφαλίσουν τη…στέψη μου ως παρθένας συζύγου, ενός άντρα…

»Όταν ξέφυγα από την εξουσία τους στα 16 μου, έζησα την επανάστασή μου και τον πόλεμό μου ενάντια σε κάθε τι, που με υποχρέωνε να είμαι απλώς ένα άτομο με γυναικείο κόλπο. Τώρα που πλησιάζω τα 30, μπορώ να είμαι ακόμα και σαρκαστική, απέναντι στην επιδίωξη οποιουδήποτε να ζήσει τη ζωή του, για να κάνει ευτυχισμένο κάποιον άλλο…

»Επιλέγοντας να έχω τη δική μου φωνή, τη δική μου ζωή και το δικό μου μέρος σε αυτό τον πλανήτη, πληρώνω βέβαια ένα τίμημα. Μπορεί να βλέπω ακόμα εφιάλτες, μπορεί κάποτε να φοβάμαι, μπορεί ακόμα ν’ ανησυχώ… αλλά ξέρω καλά ότι έχω πια σπάσει τα δεσμά μου και αναπνέω ελεύθερη! Αναπνέω βαθιά όσο θέλω, δεν νιώθω υποχρεωμένη να ικανοποιήσω κανέναν, δεν υπακούω σε κανένα κανόνα για να προστατεύσω την τιμή οποιουδήποτε, δεν ντρέπομαι για τίποτε που έχω κάνει και δεν ενδιαφέρομαι να κόψω εισιτήριο για κανένα παράδεισο, όταν τελειώσει ο χρόνος μου στη γη. Εγώ είμαι ο θεός του εαυτού μου και εγώ κυβερνώ τη ζωή μου».

Γράφει η Φατίμα στο δεύτερο κείμενο: «Η μητέρα μου με αφαίρεσε από τους φίλους της στο Facebook. Δεν εκπλήττομαι, αλλά ένα μέρος μου πληγώθηκε γιατί, για ακόμα μια φορά, έγινε φανερό ότι δεν μπορεί να με δεχτεί όπως είμαι - πολύ τραχιά, πολύ σκληρή και πολύ εκτεθειμένη, για κορίτσι. Φοβάται πολύ την αποδοκιμασία της κοινωνίας… φοβάται πολύ μήπως η τόσο πολύτιμη και ευάλωτη τιμή της καταρρεύσει.

»Με το να με αποσυνδέσει από το μοναδικό κοινωνικό της δίκτυο στο Facebook, η μητέρα μου με απομάκρυνε από την κοινωνική της ζωή. Πιστεύει ότι η κοινωνία της δεν μπορεί να συζητήσει τον τρόπο που η κόρη της ζει τη ζωή της, εκθέτει το σώμα της και τις ιδέες της δημόσια. Φοβάται ότι η κοινωνία γύρω της πιθανόν να αηδιάσει και ότι θα καταστραφεί η τιμή της. Η τιμή ήταν γι’ αυτήν πάντα σημαντικότερη από την ύπαρξη της κόρης της και από τη δική της ύπαρξη. Το “τι θα πουν οι άλλοι” κυριάρχησε στη ζωή της. Θεωρούσε την ντροπή σατανική.

»Έτσι, σκέπασε τη ζωή της και αποδέχτηκε κάθε κανόνα, που η κοινωνία τής επέβαλε, μπας και κάτι πάει στραβά και κινδυνεύσει η τιμή της! Έτσι, το ένστικτο της μητρότητας την κάνει να υποφέρει για την απομάκρυνση από την κόρη της, αλλά πρέπει να συμβιβαστεί με την κοινωνία και τις απαιτήσεις της. Αυτή και ο άντρας της (ο βιολογικός μου πατέρας) είναι σνομπ και πάντα άπληστοι για προσοχή και για ένα ανώτερο κοινωνικό στάτους.

»Έτσι, επιλέγουν προσεκτικά κομμάτια από την επιτυχία μου στη ζωή (όπως π.χ. ακαδημαϊκά επιτεύγματα) και φτιάχνουν μια ιδανική εικόνα μου, που θα εξυπηρετήσει τις κοινωνικές επαφές τους στο διαδίκτυο και εκτός διαδικτύου. Το ένστικτο μου μού λέει ότι αυτό που έκανε τη μητέρα μου να με σβήσει από το Facebook δεν ήταν η ανησυχία της να αντιμετωπίσει κάτι δυσάρεστο, αλλά η επιθυμία της να κρατήσει τις κοινωνικές επαφές της σε μια ασφαλή απόσταση από μένα - από μια κόρη που θα μπορούσε να την ντροπιάσει, γιατί για την κοινωνία δεν είναι αποδεκτή.

»Προφανώς δεν θα την πείραζε να είμαι όπως είμαι, αν η κοινωνία δεν ανακατευόταν τόσο πολύ στην προσωπική ζωή του καθενός. Ή αν η αγάπη της για μένα ήταν χωρίς όρους - η ιδανική αγάπη που κάθε παιδί σε αυτό τον πλανήτη θέλει και αξίζει να έχει. Η μητέρα μου και πολλές άλλες μητέρες, χαμένες μέσα στις πατριαρχικές κοινωνίες, δεν μπορούν φυσικά να αγαπούν χωρίς όρους τις κόρες τους…».