Ο Σουλεϊμάν Ομάρ, νεαρός πρόσφυγας από τη Σομαλία, ένα λιγομίλητο παιδί με μια μόνιμη σκιά θλίψης στα μάτια, δεν μου είπε πολλά για τον εαυτό του, καθώς βρεθήκαμε προχθές στο μπαλκόνι αυτού του φτηνού δωματίου, ενός άθλιου κτιρίου στην οδό Τρικούπη, στη Λευκωσία.
Δεν είχε πρόβλημα να φωτογραφηθεί και να μου πει το όνομά του, όμως απέφυγε να μου αφηγηθεί την περιπέτεια που τον έφερε σε αυτήν την πολυεθνική γειτονιά στην παλιά πόλη, από τη διαλυμένη από τον εμφύλιο πόλεμο, πατρίδα του - έναν πόλεμο που ξέσπασε, πριν ο ίδιος γεννηθεί και που συνεχίζεται ακόμα, αποδεκατίζοντας τον πληθυσμό, μαζί με τη λιμοκτονία και τις ασθένειες.
Το δωμάτιο μοιράζονται δύο ανήλικοι συμπατριώτες του, 16 και 17 χρονών (που δεν ήθελαν να φωτογραφηθούν για το ρεπορτάζ), φορτωμένοι με πένθος από τις πρόωρες και αβάσταχτες απώλειες που έχουν στη σύντομη ζωή τους, μακριά από γονείς και αδέλφια, σκορπισμένους σε άλλες χώρες της Ευρώπης.
Στα ελάχιστα που μου ψιθύρισε ο Σουλεϊμάν, έμοιαζε να υπήρχαν οι αμέτρητες ιστορίες που μου διηγήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, όλοι οι άγνωστοι ξένοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά που συνάντησα σε κέντρα υποδοχής προσφύγων, σε αντίσκηνα διαμαρτυρίας, σε διαδηλώσεις και σε απεργίες πείνας - σε συναθροίσεις οδυνηρές που συσσωρεύτηκαν μέσα μου (όλα εκεί δεν καταλήγουν;).
Έμοιαζε να υπήρχαν στον ψίθυρο του Σουλεϊμάν, οι ιστορίες όλων των προσφυγόπουλων που φορούν ρούχα φιλανθρωπίας, που τρώνε φαγητό μετά από ορθοστασία ωρών, σε κάποια ουρά ενός καταυλισμού, που μένουν σε κοινόχρηστους χώρους, σε πόλεις της Ευρώπης που τους δίνουν την ευκαιρία να έχουν πίσω τη ζωή τους, αλλά που χάνουν πιθανόν για πάντα, το ίδιο το νόημά της.
Έμοιαζε να υπήρχε στον ψίθυρο του Σουλεϊμάν, η ιστορία του Παλαιστίνιου νεαρού δασκάλου στο Κέντρο Υποδοχής Αιτητών Ασύλου στην Κοφίνου, που τίποτε δικό του δεν είχε, ούτε σπίτι, ούτε δουλειά, ούτε χρήματα, ούτε καν το όνομά του, που το είχε αποχωριστεί κι αυτό, για λόγους ασφαλείας.
Έμοιαζε να υπήρχε στον ψίθυρο του Σουλεϊμάν, η ιστορία τόσων και τόσων Αφρικανών, Αράβων και Ασιατών προσφύγων που διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας σε μικρές, γυμνές κάμαρες, καθώς γραφόταν το επόμενο δημοσιογραφικό κομμάτι, καθηλωμένων και χαμένων απ’ το φόβο τους, με πρόσωπα που έκανε ο πόνος, πιο σκοτεινά από τη νύχτα.
Έμοιαζε να υπήρχε στον ψίθυρο του Σουλεϊμάν, το μαύρο κομμάτι του εαυτού μου, θα έλεγα το πιο αληθινό, αυτό που δεν έχει πατρίδα, ούτε υπηκοότητα, ούτε περιουσία, σαν τον Σουλεϊμάν, που ήταν κάποτε από τη Σομαλία και τώρα ζει πρόσφυγας στην Κύπρο.




