Ένα χρόνο μετά τη Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011, όταν στη ναυτική βάση στο Μαρί ανατινάχτηκαν και σκόρπισαν τον θάνατο και την καταστροφή τα πυρομαχικά του αιματοβαμμένου δικτάτορα Άσαντ της Συρίας, πολιτικού φίλου της τότε κυβέρνησης της Δημοκρατίας, έγραψα στην εφημερίδα ένα ρεπορτάζ με τον τίτλο «Οι αγανακτισμένοι είναι ακόμα εδώ!».

Και αναφερόμουν βέβαια στις πολιτικές ομάδες που ξεπήδησαν τότε μέσα από το ηφαίστειο του κινήματος των πολιτών, που για μήνες διαδήλωναν κάθε βράδυ έξω από το Προεδρικό Μέγαρο, με αίτημα την απόδοση δικαιοσύνης για εκείνη την απίστευτη τραγωδία.

Πέντε χρόνια μετά, αντικαθιστώ το θαυμαστικό, με το ερωτηματικό: Οι αγανακτισμένοι είναι ακόμα εδώ; Και πού είναι άραγε; Πάντως, δεν… μετανάστευσαν, όπως σκέφτηκε να κάνει τότε ο οδοντογιατρός Γιώργος Ολύμπιος.

Όπως μου είχε πει, τόσο πολύ είχε απογοητευτεί και αγανακτήσει «ενάντια στο σάπιο σύστημα, στην αδιαφορία, στην ανευθυνότητα, στην ανικανότητα και σε ό,τι οδήγησε στο έγκλημα στο Μαρί», που σκέφτηκε σοβαρά τον Αύγουστο 2011, να πάρει τη γυναίκα του και τα δυο μικρά ανήλικα παιδιά του και να εγκαταλείψει το σπίτι του, το ιατρείο του και την Κύπρο, για να πάει μετανάστης στην Αυστραλία!

Έκανε όμως δεύτερες σκέψεις: «Είπα στον εαυτό μου, γιατί να φύγω εγώ που δεν φταίω και να μη φύγουν εκείνοι που τα έκαναν; Γιατί να μην αλλάξουν εκείνοι νοοτροπία; Έμεινα λοιπόν και συνέχισα να πηγαίνω ανελλιπώς στο Προεδρικό, αυθόρμητα, γιατί το αισθανόμουν ως υποχρέωση. Ένιωθα ότι έπρεπε να κάνω κάτι για τα παιδιά μου, για τα παιδιά όλων, για το μέλλον μας.

Εκεί γνωρίστηκα με πολλούς άλλους που μοιραζόμασταν τις ίδιες ανησυχίες και προβληματισμούς, μέχρι που τα πράγματα άρχισαν να ξεφεύγουν από τον αρχικό αυθορμητισμό τους. Δύο τρεις μήνες μετά τον Ιούλιο, άρχισε ο καθένας να πηγαίνει στην ομάδα που του ταίριαζε… ίσως όλοι οι δρόμοι να οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, αλλά ο καθένας ήθελε να κάνει άλλη διαδρομή...».

Η Αρετή Γεωργίου από τη Λευκωσία, επίσης εθελόντρια στις διαδηλώσεις έξω από το Προεδρικό, μου είπε ότι «δεν μηδενίζει την επιρροή του κινήματος των αγανακτισμένων. Κάτι έμεινε κι αυτό είναι ότι για πρώτη φορά, ένιωθα για τον λαό μας περήφανη, παρά το ότι δεν μας βοηθά το σύστημα, με τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς του. Πρέπει ο λαός να οργανωθεί απέναντι σε αυτό το αρτηριοσκληρωτικό σύστημα - έχουμε τη δυναμική και άμα χρειαστεί, θα το κάνουμε ξανά».

Η ζωγράφος Ελένη Νικοδήμου σχολίασε ότι «ήταν φυσικό να φθαρεί το κίνημα, άντεξε τρεις μήνες και το θετικό της ιστορίας, είναι ότι βρέθηκαν πολίτες να τα πουν έξω από τα δόντια. Για πρώτη φορά ο κόσμος έβγαινε και μιλούσε με μεγάλη ελευθερία, ενώ όλοι ξέρουμε ότι στην Κύπρο συνήθως φοβούνται όλοι να ανοίξουν το στόμα τους. Άνθρωποι όλων των ηλικιών μιλούσαν συνεχώς επί τρεις μήνες κι αυτό είναι σημαντικό. Το ενοχλητικό είναι ότι κάποιοι ήθελαν να το παίξουν αρχηγοί και αυτό θύμωνε τον κόσμο».

Για τον δάσκαλο Σόλωνα Αντάρτη, «το κίνημα των αγανακτισμένων υπήρξε και υπάρχει, γιατί ήταν ένα κίνημα επαναπροσδιορισμού ολόκληρης της κοινωνίας και της έννοιας του πατριωτισμού. Εκεί που τα κόμματα κώλωσαν, βγήκε ο κόσμος μπροστά και ο κόσμος ήταν πολύ πιο μπροστά από οποιαδήποτε ηγεσία, οποιουδήποτε κόμματος. Ο κόσμος διεκδίκησε δικαίωση των ανθρώπων που θυσιάστηκαν και την παραίτηση του Προέδρου και επίσης ζητούσε και ζητά κάτι καινούργιο - μιαν επανεφεύρεση της δημοκρατίας».