Απολάμβανε μόνος τον καφέ του σε ένα από τα τραπεζάκια στον πεζόδρομο και σάρωνε τους περαστικούς με το βλέμμα, όταν τον συνάντησα αυτό το κυριακάτικο πρωινό. Λίγο πάνω απ’ τα εξήντα, κατασταλαγμένος, ήρεμος, καλοταϊσμένος, με καλό ενδυματολογικό γούστο. Μοιάζει με συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο, αλλά στην πραγματικότητα έδρασε σε έναν πιο… περιπετειώδη χώρο - μου είπε ότι είναι επιχειρηματίας.

-«Εδώ είναι το σημείο συνάντησης με τους φίλους μου τα τελευταία χρόνια που ζωντάνεψε η περιοχή. Βέβαια, όπως βλέπεις κι εσύ, αυτοί που κυκλοφορούν τώρα είναι σχεδόν όλοι αλλοδαποί. Οι Κύπριοι κατεβαίνουν στη Λήδρας το απόγευμα για περίπατο και παγωτό. Περιμένω την παρέα μου να πιούμε τους καφέδες μας, να δούμε την κίνηση, να κάνουμε πλάκα με κανέναν Κυπραίο που κυνηγά καμιά μαύρη…».

-Όταν λες μαύρη, εννοείς ξένη;

-«Ναι... πρέπει να σου πω ότι δεν είμαι ρατσιστής, δεν νομίζω ότι συγκαταλέγομαι στο 80% των συμπατριωτών μας, που πράγματι έγιναν ρατσιστές. Παραδέχομαι ότι θα μπορούσα να πω Σριλανκέζα, Φιλιππινέζα ή κάτι άλλο. Όμως υπάρχουν στο υποσυνείδητο κάποιες υποτιμητικές εκφράσεις, που στην ουσία δεν τις εννοούμε...

Βλέπουμε λοιπόν, εδώ στη Λήδρας, ουκ ολίγους εβδομηντάρηδες να πηγαίνουν πάνω κάτω προσπαθώντας να “ψωνίσουν” κάποιες κοπέλες, συνήθως Ασιάτισσες - Σριλανκέζες, Φιλιππινέζες, Κινέζες και Βιετναμέζες. Οι περισσότερες είναι οικιακές βοηθοί και τα γερόντια έχουν την εντύπωση ότι όλες εκδίδονται, για να συμπληρώνουν το εισόδημά τους. Εδώ κοντά στην πλατεία, τα διπλοκάμπινα παρελαύνουν το ένα πίσω από το άλλο και αυτοί κατεβαίνουν να “ψωνίσουν”. “Πιάσε την εκείνη ρε, την έπιασα εγώ την περασμένη βδομάδα και είναι καλή”, είναι μια κουβέντα που άκουσα πρόσφατα με τ’ αφτιά μου».

-Γιατί νομίζεις συμπεριφέρονται έτσι, σε αυτή την ώριμη ηλικία;

-«Είναι συνήθως άντρες που παντρεύτηκαν από 20 χρονών κι είναι με την ίδια γυναίκα για μισό αιώνα. Τώρα θέλουν 25ρες, που είναι σαν εγγονές τους. Την περασμένη Κυριακή αλώνιζε τον πεζόδρομο ένας κοντός γεράκος, τρέχοντας ξοπίσω τις νεαρές Ασιάτισσες. Καθόμουν στην καφετερία με τους φίλους μου και του φωνάζαμε για πλάκα “έχει μια στα δεξιά σου”, “πρόσεξε αυτήν στα αριστερά σου”, οπότε ντράπηκε, σηκώθηκε κι έφυγε για να συνεχίσει πιθανόν πιο κάτω...».

-Τι σκέφτεσαι γι’ αυτό;

-Έχουμε έναν ξεπεσμό σαν Κύπριοι. Ακόμα και πολλοί μεγαλύτεροι σε ηλικία, έχασαν το δικαίωμα ν’ απολαμβάνουν εκτίμησης και σεβασμού. Παντού επικρατεί το “ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε”; Αυτό είναι το στυλ του αρχοντοχωριατισμού. Ο άλλος ήταν μπακάλης και έγινε… μεγαλομπακάλης. Ήταν κτίστης κι έγινε… developer. Ο γιος είναι αγράμματος, αλλά επειδή ο παπάς του έκανε λεφτά, νομίζει ότι είναι… υπεράνω. Ηλίθιες, βλαμμένες, αρρωστημένες καταστάσεις. Γι’ αυτό αποφεύγω χώρους όπου συχνάζουν οι δήθεν, με τα εκνευριστικά υφάκια τους».

-Θεωρείς ότι εδώ είναι πιο αυθεντικοί οι άνθρωποι;

-«Εδώ, μέσα στην πολυκοσμία, δεν ενδιαφέρει κανέναν τι κάνει ο άλλος… δεν λέω ότι αυτό είναι ιδανικό… Όσο περνά ο καιρός, κλεινόμαστε όλοι σε ένα δικό μας πολύ στενό κύκλο, και αδιαφορούμε για τους πάντες και τα πάντα»…