Τα πρωτοσέλιδα και τα δισέλιδα σαλόνια των εφημερίδων ανήκαν αυτές τις μέρες στους αριστούχους. Στα δεκαεννιά και πάνω. Στα εικοσάρια. Στα είκοσι παρά κάτι.

Με τις φωτογραφίες τους. Με τα ονόματά τους και με τα ονόματα του πατέρα και της μητέρας τους. Με τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου τους, τον γενικό βαθμό κατάταξης-πρόσβασης και τη θέση που εξασφάλισαν στο Πανεπιστήμιο.
Στο Τμήμα Μαθηματικών και Στατιστικής, στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, στο Τμήμα Βιολογίας, στο Τμήμα Επιστημών Αγωγής, στο Τμήμα Φυσικής, στο Τμήμα Νομικής.

Με δηλώσεις τους στους ρεπόρτερ. Για τη χαρά και την ευτυχία τους, για τη σκληρή δουλειά και την υπομονή τους, για την ενθάρρυνση της οικογένειας και των καθηγητών τους. Οι τηλεοπτικές κάμερες ζούμαραν στα πρόσωπά τους, μπήκαν στα σπίτια και στα δωμάτιά τους, στα γραφεία τους με τις στοίβες τα βιβλία τους και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές όπου πέρασαν ξάγρυπνοι πολλές νύχτες αυτού του χρόνου και των προηγούμενων.

Από τη γιορτή αυτών που πέτυχαν, έλειπαν βεβαίως αυτοί που απέτυχαν. Οι στάσιμοι. Οι ανεξεταστέοι. Τα δεκάρια. Τα εντεκάρια. Τα δωδεκάρια. Τα δεκατριάρια και τα δεκατεσσάρια. Οι μέτριοι. Οι έτσι κι έτσι. Αυτοί που δεν είδαν πουθενά δημοσιευμένη τη φωτογραφία τους. Ούτε τα ονόματα τα δικά τους και των γονιών τους. Ούτε τη διεύθυνση και τα άλλα προσωπικά τους στοιχεία.

Ούτε την ανύπαρκτη θέση που δεν εξασφάλισαν σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο. Αυτοί δεν έκαναν δηλώσεις στα τηλεοπτικά κανάλια και άλλωστε δεν θα είχαν τι να πουν. Τουλάχιστον δεν θα είχαν τι να πουν για τη χαρά και την ευτυχία, του να είσαι στην κορυφή, ούτε για την πειθαρχία, τη σκληρή δουλειά, την υπομονή και τις άλλες εντυπωσιακές και βραβεύσιμες αρετές της γνώσης και της επιτυχίας.

Αυτό που είναι κι αυτό που νιώθουν δεν λέγεται και δεν γράφεται - όχι τουλάχιστον αυτές τις μέρες, όχι σε αυτές τις περιστάσεις.

Λίγα μπορείς να πεις και να γράψεις, για το παράξενο μούδιασμα του συγχρωτισμού με τους αουτσάιντερ. Με αυτούς που δεν ξεχωρίζουν και δεν διακρίνονται. Με αυτούς που στην τελετή αποφοίτησης στριφογυρίζουν βουλιαγμένοι στις καρέκλες τους, χαμένοι στη φρενίτιδα της ανταλλαγής τηλεφωνικών μηνυμάτων με τους κολλητούς τους. Περιορισμένοι στον άχαρο ρόλο να χειροκροτούν εκείνους που παραλαμβάνουν τα βραβεία και τους επαίνους.

Φαίνεται ζόρικο το χειροκρότημά τους. Μηχανικό. Σαν κουρασμένο από τις πρόωρες απογοητεύσεις τους. Τους ανείπωτους δισταγμούς τους. Τη γλυκόπικρη αίσθηση της ανωνυμίας τους. Και της μυστικής απόλαυσης, του να μην έχουν μεγάλες φιλοδοξίες.

Υποθέτω είναι δύσκολος τρόπος να ξεκινάς τη ζωή σου με τη στυφή γεύση της ήττας και των χαμηλών προσδοκιών.
Αλλά γιατί «υποθέτω»; Το ξέρω από πρώτο χέρι. Πολύ περισσότερο γιατί εκείνος ο μακρινός, σκληρός Ιούλης άρχισε και τέλειωσε για μένα και για χιλιάδες παιδιά και έφηβους της γενιάς μου με τη σοκαριστική εμπειρία του βίαιου αποχωρισμού - όχι μόνο από το σχολείο, αλλά και από το σπίτι και από ό,τι καθόριζε μέχρι τότε τον εαυτό μας.