Όλες αυτές τις μέρες που ο θάνατος μαυρίζει τα βουνά και τις καρδιές των ανθρώπων της Σολέας και του Τροόδους, αναζητώ ανακούφιση στην παλιά ξύλινη καλύβα του Αμερικανού συγγραφέα Ηenry David Thoreau, αυτήν που είχε κτίσει το 1845, βαθιά μέσα στο δάσος, δίπλα στη λίμνη Walden στη Μασαχουσέτη - μια καλύβα τόσο μικρή, «που δεν έφτανε, ούτε για να φιλοξενήσει έναν αντίλαλο», όπως σημείωσε στο βιβλίο του «Walden», που έγραψε ζώντας εκεί για ένα χρόνο.

Από αυτό το υπέροχο αφήγημα αγάπης για τη φύση, είναι το απόσπασμα που νιώθω να ταιριάζει στους ανθρώπους των ορεινών κυπριακών χωριών:

«Εγκαταστάθηκα στο σπίτι μου μόλις τέλειωσε η τοποθέτηση των σανιδιών και της σκεπής. Είχα ενώσει τα σανίδια πολύ προσεκτικά μεταξύ τους, έτσι που το οικοδόμημα να είναι απόλυτα αδιαπέραστο από τη βροχή. Πριν όμως τα βάλω, ξεκίνησα να χτίζω την καμινάδα, την οποία θα τελείωνα μετά το φθινοπωρινό τσάπισμα, πριν αρχίσει να κρυώνει ο καιρός τόσο ώστε να είναι απαραίτητη η φωτιά για ζεστασιά.

O άνθρωπος που χτίζει το δικό του σπίτι, έχει πολλά κοινά με το πουλί που φτιάχνει τη φωλιά του. Ποιος ξέρει, αν οι άνθρωποι κατασκεύαζαν τις κατοικίες τους με τα ίδια τους τα χέρια και αν έβρισκαν απλούς και τίμιους τρόπους για να εξασφαλίσουν τροφή για τους εαυτούς τους και για τις οικογένειές τους, ίσως η ποιητική ικανότητα να αναπτυσσόταν παγκοσμίως, όπως συμβαίνει με τα πουλιά, που όλα τους τραγουδούν όντας απασχολημένα με το χτίσιμο της φωλιάς και την εξεύρεση της τροφής…

»Κάποιες φορές, τα πρωινά του καλοκαιριού, μετά το συνηθισμένο μπάνιο μου, καθόμουν στο ηλιόλουστο κατώφλι μου από την αυγή ώς το μεσημέρι, βυθισμένος στην έκσταση της ονειροπόλησης, ανάμεσα στα πεύκα και τις καρυδιές, μέσα σε μια μοναξιά και μια ησυχία που τίποτε δεν διέκοπτε, ενώ τριγύρω τα πουλιά τραγουδούσαν ή φτερούγιζαν αθόρυβα, καθώς περνούσαν μέσα από το σπίτι.

Ώσπου ο ήλιος που άρχιζε να πέφτει από το δυτικό μου παράθυρο, μου θύμιζε το πέρασμα του χρόνου. Μεγάλωνα τις ώρες εκείνες, όπως μεγαλώνει το καλαμπόκι μέσα στη νύχτα - και αυτό ήταν για μένα κάτι πολύ πιο ευεργετικό από οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία. Δεν ήταν χρόνος που αφαιρείτο από τη ζωή μου αλλά, αντίθετα, χρόνος που προστίθετο σ’ εκείνον που μου είχε ορίσει η μοίρα.

Αντί να τραγουδώ κι εγώ σαν τα πουλιά, χαμογελούσα σιωπηλά με την αδιάκοπη καλή μου τύχη. Όπως εγώ άκουγα το τιτίβισμα του σπουργίτη που καθόταν στην καρυδιά μπροστά στην πόρτα μου, έτσι κι εκείνος μπορεί να άκουγε να βγαίνει μέσα από τη φωλιά μου, το πνιχτό μου γελάκι και το υπόκωφο τραγούδισμά μου.

»Εκείνες τις μέρες η αργία ήταν για μένα η πιο ελκυστική και παραγωγική μορφή εργασίας. Πολλά ήταν τα πρωινά που εξαφανιζόμουν, προτιμώντας να περνώ με τον τρόπο αυτό, τις πιο πολύτιμες ώρες της ημέρας.

Ήμουν πλούσιος τότε, όχι σε χρήμα, αλλά σε ηλιόλουστες ώρες και καλοκαιριάτικες ημέρες και τις ξόδευα απλόχερα. Και δεν μετανιώνω που δεν σπατάλησα περισσότερο καιρό στο εργαστήρι, ή στην έδρα του δασκάλου»…