Τον είδα αυτό το απόγευμα του Ιούνη σε μιαν από τις στάσεις των λεωφορείων, στην πλατεία Ηπείρου στη Λευκωσία. Διάβασα τον αριθμό της διαδρομής 110 προς τον Συνοικισμό Άσπρες.

Σίγουρα πάνω από ογδόντα. Μειλίχιος και χαμογελαστός παππούς, από αυτούς που ποζάρουν με τα γαμπριάτικα παλιομοδίτικα κοστούμια τους σε μαυρόασπρες, μισοξεσχισμένες φωτογραφίες, δίπλα σε μαντηλοφορούσες γιαγιάδες, τραβηγμένες σε κάποιο από τα λιγοστά στούντιο των αρχών του περασμένου αιώνα, ξεχασμένες πια σε κάποιο πατάρι, κρεμασμένες στον υγρό τοίχο κάποιας μοναχικής κάμαρης.

Πλησίασε αρχικά τη μικροκαμωμένη Φιλιππινέζα με το ροζ καπελάκι στο κεφάλι και το στενό μπλου τζιν και άρχισε να της μιλά περισσότερο με νοήματα και χειρονομίες, χωρίς να πτοείται καθόλου από την αρνητική της αντίδραση. Η κοπέλα τού γύρισε σχεδόν την πλάτη, αλλά αυτός επέμενε να την πολιορκεί. Η κοπέλα περπάτησε πιο κάτω, αλλά αυτός την ακολούθησε.

Ο ηλικιωμένος άντρας έφυγε από κοντά της, μόνον όταν η κοπέλα τού φώναξε θυμωμένη «go away!», αλλά δεν αποχώρησε, δεν φάνηκε να ένιωσε προσβλημένος, απογοητευμένος, αποθαρρυμένος ή θυμωμένος. Ήρθε το 112 προς το Τσέρι, η κοπέλα πήδηξε μέσα κι εκείνος έμεινε να κοιτάζει με μισάνοιχτο στόμα τις εξατμίσεις του οχήματος… κι ύστερα σύρθηκε λίγο πιο κάτω και πλησίασε την επόμενη νεαρή, που είχε κατέβει από το ίδιο λεωφορείο.

Αυτή ήταν προφανώς Σριλανκέζα. Επαναλήφθηκε περίπου η ίδια σκηνή, και ύστερα ήρθε το λεωφορείο 148 προς το Καϊμακλί, η Σριλανκέζα ανέβηκε και χάθηκε στο σκοτεινό στομάχι του.

Έφυγε και το 148, αλλά εκείνος συνέχισε να προσεγγίζει τις νεαρές αλλοδαπές από τις χώρες προέλευσης των οικιακών βοηθών, που περίμεναν το λεωφορείο τους στη στάση.

Κάθισα δίπλα του στο σιδερένιο παγκάκι και τον ρώτησα αν έρχεται συχνά στην πλατεία… Γύρισε και με κοίταξε ξαφνιασμένος… μού είπε «ναι, έτσι για να περνά η ώρα…». Πιάσαμε την κουβέντα, γρήγορα φάνηκε να ξεθαρρεύει, αλλά για αυτοάμυνα κατέφυγε στις υπεκφυγές και τα μισόλογα.

Μου είπε πως του αρέσει να βλέπει «λογιών λογιών κόσμο», ότι ναι, του αρέσουν οι νεαρές που ανεβοκατεβαίνουν στη στάση, αλλά…«εμείς στην ηλικία μας τελειώσαμε… ποσπαστήκαμε… τριακόσιων λογιών αρρώστιες πάνω μας. Εγώ τώρα έχω ζάχαρη, έχω πρόβλημα με την καρδία, έχω πρόβλημα με τα νεφρά μου... Κάποιοι άλλοι της ηλικίας μου, μπορεί ν’ αγοράσουν καμιάν από αυτές... Μπορεί ο άλλος να χήρεψε, μπορεί να είναι χωρισμένος… Αλλά και παντρεμένος να είναι, μετά από σαράντα χρόνια γάμου, η γυναίκα σου γίνεται αδελφή σου…Έρχεσαι εδώ, πιάνεις μια μικρή, εκτονώνεσαι…».

Τον κοίταξα καλύτερα. Ο ήλιος έγειρε πάνω από τους τεράστιους φίκους, στον δρόμο για τη δύση του, και αποκάλυψε με σκληρή διαύγεια τη ζημιά που έκανε ο χρόνος στο γέρικο κεφάλι του.

Τον αποχαιρέτησα και περπάτησα παρακάτω, αφήνοντάς τον να κοιτάζει γύρω του εντατικά και να θέλει να νομίζει ότι περιμένει το λεωφορείο που θα φέρει γι’ αυτόν το επόμενο κορίτσι - νιώθοντας μέσα του ότι όλα τα λεωφορεία κι όλα τα κορίτσια ήρθαν κι έφυγαν και ότι στην πραγματικότητα δεν έχει πια να περιμένει τίποτε και κανέναν.