Αντίθεση στην ποινικοποίηση του πελάτη του σωματεμπορίου, όπως επιβλήθηκε και στην Κύπρο με τον νόμο του 2014, διαχωρισμό της εμπορίας προσώπων και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης από την πορνεία και αναγνώριση της πορνείας ως «νόμιμης οικονομικής δραστηριότητας», υποστηρίζει, με άρθρο του που δημοσιεύτηκε χθες (27 Μαΐου 2016) στην «Αλήθεια», ο δικηγόρος και νομικός σύμβουλος στη Λάρνακα Ηλίας Χρίστου. Ενώνει έτσι τη φωνή του με αυτήν του συναδέλφου του πρώην βουλευτή Ρίκκου Μαππουρίδη (τον οποίο μάλιστα επικαλείται για να ενισχύσει τη θέση του), ο οποίος πριν δύο χρόνια ζήτησε νομιμοποίηση και νομοθετική ρύθμιση της πορνείας. Όπως ο Ρ. Μαππουρίδης, έτσι και ο Η. Χρίστου θεωρεί ότι η πορνεία, ως μια υποτιθέμενη ελεύθερη επιλογή της γυναίκας, δεν έχει καμιά σχέση με την εγκληματική φύση της καταναγκαστικής πορνείας και του σωματεμπορίου.

Επικαλούμενος «σύγχρονες τάσεις και αντιλήψεις» που παραπέμπουν στην… αρχαιότητα (αρχίζοντας μάλιστα το άρθρο του με την επισήμανση ότι η πορνεία έχει έναν πιο «δόκιμο» όρο, τον «εταιρισμό», όπως καθοριζόταν στην κλασική Ελλάδα) και ταξιδεύοντάς μας σε ένα ομιχλώδες τοπίο νομικίστικων επιχειρημάτων του 1918 (!) και του 1963 (!), υποστηρίζει ότι «ο εταιρισμός δεν μπορεί να είναι ποινικά κολάσιμος σε καμία χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και ότι «αντιθέτως αποτελεί κατάκτηση (!) των ανθρώπων και συνταγματικό τους δικαίωμα να νέμονται το σώμα τους ελεύθερα και να το εξουσιάζουν όπως επιθυμούν και πιστεύουν».

Θεωρώντας το αγοραίο σεξ ως ανθρώπινο δικαίωμα, όχι μόνο για την εκδιδόμενη γυναίκα αλλά και για τον πελάτη, ο αρθρογράφος αντιτίθεται στο σκανδιναβικό μοντέλο αντιμετώπισης της πορνείας, ως παραβίασης των δικαιωμάτων των γυναικών και ως μέσο διαιώνισης της ανισότητας των φύλων και υποστηρίζει ότι «είναι το λιγότερο παράδοξο, το ένα μέρος που συμβάλλεται (εταίρα) να συμβάλλεται νομίμως, αλλά αντίθετα το άλλο μέρος (πελάτης) να τελεί ποινικό αδίκημα». Αποφαίνεται ότι «η ετεροβαρής αυτή σχέση, ή/και νομική θεώρηση, δημιουργεί ανισότητα και παραβιάζει τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα» (!).

Κάνοντας, με χαρακτηριστική άνεση, το μαύρο άσπρο και το άσπρο μαύρο και αναφερόμενος στις «εταίρες» σαν σε άψυχα νούμερα κάποιας οικονομικής και νομοτεχνικής στατιστικής και όχι σαν ανθρώπινες υπάρξεις, ισχυρίζεται ότι «ο εταιρισμός, ως νόμιμη οικονομική δραστηριότητα, δεν αποτελεί ή/και δεν είναι μέρος» του εγκλήματος της εμπορίας ανθρώπων που, όπως γράφει, «έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις στην Κύπρο». Πάει και ένα βήμα παρακάτω, καταλήγοντας ότι «η δαιμονοποίηση του εταιρισμού γενικότερα και των εργαζόμενων σε αυτόν τον τομέα οδηγεί στον σκοταδισμό και προσφέρει ανθρώπους ως βορά στις ορέξεις των παρανομούντων».

Στον σκοταδισμό και στην εκμετάλλευση, οδηγούν βέβαια αντιλήψεις όπως αυτές του αρθρογράφου αφού, όπως επεσήμανε σε συνέδριο στη Λευκωσία τον Μάρτιο 2014 η Ιρλανδέζα ακτιβίστρια Rachel Moran, πρώην θύμα της πορνείας στη χώρα της (από τα 15 μέχρι τα 22 χρόνια της), «δεν υπάρχει νόημα στο να προσπαθεί κανείς να πολεμήσει την εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση (sex trafficking) χωρίς να πολεμά την πορνεία». Πρόσθεσε τα εξής: «Δυσανασχετώ όταν ακούω τις λέξεις “εργαζόμενος του σεξ”.

Το να πουλώ το σώμα μου, δεν ήταν απλώς ένας τρόπος να βγάζω τα προς το ζην. Μια συνηθισμένη δουλειά, δεν έχει καμιά σχέση με την πορνεία, δηλαδή με τον τελετουργικό εξευτελισμό της χρησιμοποίησης του σώματός μου από κάποιον άγνωστο, που θέλει να ικανοποιήσει τις παρορμήσεις του. Ξέρω ότι οι υπέρμαχοι της πορνείας υποστηρίζουν ότι οι εκδιδόμενες γυναίκες πουλούν σεξ, ως συναινούντες ενήλικες - όμως αυτές ανήκουν σε μια προνομιούχα μειονότητα, αποτελούμενη συνήθως από λευκές γυναίκες, της μεσοαστικής τάξης, σε γραφεία συνοδών σε δυτικές χώρες.

Στη συντριπτική τους πλειοψηφία σε παγκόσμιο επίπεδο, τα θύματα της πορνείας δεν ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Αν αυτές οι λίγες προνομιούχες γυναίκες διεκδικούν το δικαίωμα να πουλούν το σώμα τους, αυτό δεν ακυρώνει το δικό μου δικαίωμα και άλλων να μην μας πουλούν σε ένα εμπόριο που στοχοποιεί γυναίκες, ήδη περιθωριοποιημένες ταξικά και φυλετικά».