Με πολλή αγάπη, παραχωρώ σήμερα τη στήλη στον Άριστο Τσιάρτα και στο μεστό, καλογραμμένο κείμενό του: «Το θεατρικό έργο “Τζεμαλιγιέ”, της Κωνσταντίας Σωτηρίου, ακούμπησε σ’ έναν κόμπο της νεότερης κυπριακής ιστορίας. Ομολογουμένως, απαιτείται τόλμη και πολλή ερευνητική δουλειά για να αναπαραχθεί θεατρικά μια σκοτεινή εποχή, που χαρακτηρίστηκε από εντάσεις και βιαιότητες, στις οποίες αποδόθηκε ο καθόλου κατατοπιστικός όρος “φασαρίες”. Ορολογία που όχι μόνο δεν φωτίζει τα γεγονότα, αλλά τα εξοστρακίζει στην επικράτεια των, πολλών άλλωστε, βολικών αποσιωπήσεων της πρόσφατης ιστορίας μας.

»Η Σωτηρίου έγραψε ένα πολυπρισματικό κοινωνικοπολιτικό έργο, που αποτελεί αφορμή για να ξανασκεφτούμε την ιστορία μέσα από την οπτική των έμφυλων σχέσεων σε συνδυασμό με τις εθνοτικές σχέσεις και εντάσεις. Το έργο δεν προσεγγίζει τα γεγονότα ως μετέωρες αναφορές σε μια σκοτεινή εποχή, αλλά σαν πύκνωση της ιστορικής μας εξέλιξης και συνέχειας ίσαμε σήμερα.

Η Τζεμαλιγιέ και οι πέντε γυναίκες ηθοποιοί του θεατρικού σχήματος Σόλο για Τρεις πλάθουν, καρέ καρέ, το παζλ της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας της δεκαετίας του ΄60. Γυναίκες, σύζυγοι, αδελφές, κόρες, μητέρες, πότε φοβισμένες, πότε οργισμένες, πότε ανήμπορες, κουβαλούν τα άχθη της καθημερινής ανάγκης. Mέλη μια κοινωνίας συντηρητικής και πατριαρχικής και, συνάμα, έντονα δηλητηριασμένης από τα εθνοτικά πάθη. Ασφυκτιούν στα όρια των οικογενειακών, κοινωνικών και εθνικών ρόλων που τους έχουν φορτωθεί.

»Οι υπαρξιακές και βιωματικές τους σχέσεις αναπτύσσονται και διαμορφώνονται σε μια μεταβατική εποχή και σ’ ένα φορτισμένο κλίμα, το οποίο διαθλάται και διαμορφώνει τις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων. Οι ναυαγισμένες προσδοκίες τους δείχνουν πόσο κυρίαρχα λειτουργεί σε μια κλειστή πατριαρχική κοινωνία ο άτυπος κοινωνικός έλεγχος και η γνώμη των άλλων ως μομφή και ως μορφή ασφυκτικού κοινωνικού ελέγχου.

Το έργο αναδεικνύει το αφανέρωτο και παρεξηγημένο, μέχρι σήμερα, πρόσωπο μιας γυναίκας που έζησε στο περιθωριακό ημίφως. Ανυπεράσπιστη, εκτεθειμένη στη δίνη της κοινωνικής αποστροφής, αντιμετώπισε τις πιο επώδυνες κοινωνικές συμβάσεις και τις πιο ορατές και αόρατες εξουσίες:

Οι “καθωσπρέπει” γυναίκες της εποχής αλλάζουν πεζοδρόμιο όταν την ανταμώνουν, η ευπρεπισμένη υποκρισία των επώνυμων πλούσιων πελατών της νύχτας δεν επιτρέπει καν μια καλημέρα την επόμενη. Αντιμέτωπη με τα προσωπικά της αδιέξοδα, εξαιτίας των άτεγκτων κοινωνικών στερεοτύπων, του ημιτελούς έρωτά της με τον Ζεκί και της πατριαρχικής της εξάρτησης, αφήνεται στην πλάνη του ταξίμ.

»Η Σωτηρίου έφτιαξε ένα έργο πυρετικό, σκληρό, άγριο και συνάμα τρυφερό. Παρά τον ζόφο του διχασμού και τις κλιμακούμενες διεργασίες της διαίρεσης στην κοινωνία, στη γειτονιά και στην οικογένεια, οι καθημερινές σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων παραμένουν ζωντανές, ανίκανες όμως να αντιστρέψουν την πορεία των πραγμάτων. Το διχαστικό κλίμα την επαύριον της ανεξαρτησίας έχει ήδη διαπεράσει το κοινωνικό σώμα, προμηνύοντας το αδιέξοδο και δυσοίωνο μέλλον: Ταξίμ από τη μια, Ένωσις από την άλλη. Μοιραία, η ήττα φαντάζει αναπόφευκτη.

Το έργο της Κωνσταντίας Σωτηρίου σηματοδοτεί αυτήν την ήττα, στον πολιτικό αλλά και στον συνειδησιακό κόσμο των Κυπρίων. Έτσι, μάλιστα, όπως κλιμακώνει τη θεατρική δράση ο ορίζοντας για την Τζεμαλιγιέ και την Κύπρο γίνεται κλειστός, τα διχαστικά εμβατήρια ολοένα και δυναμώνουν, η ατμόσφαιρα βαραίνει, η έκρηξη πλησιάζει.

Η Μαρία Μανναρίδου-Καρσερά έδωσε στο έργο τα χαρμάνια της εποχής. Η χαλαρότητα του ύφους και η αμεσότητα της προφορικότητας της κυπριακής διαλέκτου βοήθησε στο εξομολογητικό ξετύλιγμα της μνήμης. Oι εκρηκτικοί και ψυχογραφικοί μονόλογοι και διάλογοι, τα ξεσπάσματα και οι εκμυστηρεύσεις, πότε με χαμηλόφωνους τόνους πότε με οξείς, μετατρέπουν το δράμα της Τζεμαλιγιέ σε μια συνεχή εναλλαγή μεταξύ του αιμάτινου κύκλου της ζωής και του θανάτου που έχει μπει, για την ίδια και για την Κύπρο, σε τροχιά μη αναστρέψιμη».