Καθώς πάμε σήμερα στις κάλπες, αυτήν την Κυριακή τη γεμάτη με τόση πολιτική, φέρνω στο μυαλό μιαν αξέχαστη συνομιλία για… την ψυχολογία και την ψυχανάλυση, με την ψυχαναλύτρια στη Λευκωσία, Δρα Αγγελική Γιασεμίδου, μητέρα δύο αγοριών 8 και 4 χρονών, που ήταν η πιο δυνατή πολιτική συνέντευξη που πήρα ποτέ. Ήταν Δεκέμβρης 2014 και της ζήτησα να αξιολογήσει το πρώτο στην Κύπρο, διεθνές ψυχαναλυτικό συνέδριο, που η Αγγελική είχε οργανώσει τρεις μήνες προηγουμένως, με θέμα «Ο Χρόνος και η Ψυχή», με βάση τη θεωρία του Καρλ Γιουνγκ (Carl Jung, 1875-1961), του Ελβετού γιατρού και ψυχολόγου, ιδρυτή της Αναλυτικής Ψυχολογίας.
«Νομίζω», μου είπε, «ότι οι Κύπριοι άρχισαν να ξυπνούν και να ψάχνουν για κάτι πέραν του συνηθισμένου. Και ίσως η οικονομική κρίση βοήθησε πολύ σ’ αυτό. Προσωπικά βλέπω πολλά θετικά στοιχεία στην κρίση - αναγκαστήκαμε να δούμε πέρα από το υλικό κομμάτι και να καταλάβουμε τη ματαιότητα των πραγμάτων. Σήμερα έχω, αύριο δεν έχω - το μόνο που κουβαλώ μαζί μου μέχρι την ώρα που θα πεθάνω και ίσως και παρακάτω, είναι η ψυχή μου. Η ψυχική υγεία είναι πολύ παραμελημένη στην Κύπρο. Αυξήθηκαν κατακόρυφα οι αυτοκτονίες, ενώ η φτώχια έχει τρομερές συνέπειες στον ψυχικό κόσμο. Δεν έχουμε στην Κύπρο νομοθετικό πλαίσιο για θέματα ψυχικής υγείας και γι’ αυτό ιδρύσαμε τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Ψυχοθεραπευτών, που προσπαθεί να κάνει κάτι γι’ αυτό. Η κοινωνία μας πέρασε συλλογικά, τραγικά γεγονότα - πόλεμο, εισβολή προσφυγιά - και είναι τώρα διχασμένη, με τα δύο μέρη της, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, να “επενδύουν” στο μίσος και τον διαχωρισμό, αντί να συνειδητοποιήσουν την τραγικότητα των γεγονότων και την επίδρασή τους στην ψυχική υγεία του καθενός».
Ρώτησα την κυρία Γιασεμίδου, ποιο ρόλο παίζουν σε αυτό, οι πολιτικοί. «Τεράστιο», μου είπε. «Κεφαλαιοποιούν πάνω στον φόβο και τον διαχωρισμό και δημαγωγούν, προσβλέποντας στις επόμενες εκλογές. Στην Κύπρο κτίστηκε ένας μύθος γύρω από το τι μπορούν να κάνουν οι πολιτικοί - ότι είναι οι σωτήρες, που θα μας σώσουν από αυτήν την κατάσταση. Κανένας πολιτικός δεν έχει τέτοια δύναμη, σε καμιά χώρα του κόσμου. Οι πολίτες έχουμε πολύ περισσότερες δυνατότητες αλλαγής, από τον κάθε πολιτικό. Πώς μπορεί να υπάρχει ένα υγιές συλλογικό υποσυνείδητο στην Κύπρο, αφού υπάρχει τόση σχιζοφρένεια μέσα στο υποσυνείδητο;».
Μετά την τοποθέτησή της αυτή, μου ήρθε φυσικό να τη ρωτήσω «αν ο Γιουνγκ ζούσε και ήταν Ελληνοκύπριος, πώς θα αντιμετώπιζε αυτήν την κατάσταση;». Για να πάρω μιαν απάντηση, που πραγματικά με άφησε άφωνο, με τη σκληρότητα της αλήθειας της: «Ο Γιουνγκ δεν θα μπορούσε να ήταν Ελληνοκύπριος, ήταν πάρα πολύ ελεύθερο πνεύμα. Ο Γιουνγκ θα μπορούσε να ήταν μόνο Ελβετός. Ναι, θαύμαζε πολύ το αρχαιοελληνικό πνεύμα και την ελευθερία της σκέψης που το χαρακτήριζε… και ακριβώς, η ομορφιά της θεώρησής του, είναι η ελευθερία του πνεύματός του - και τέτοιο παράδειγμα, δεν υπάρχει στη νεότερη ελληνική ιστορία. Γι’ αυτό οι αρχαίοι Έλληνες είναι τόσο… αρχαίοι. Αυτό που ακολούθησε τους αρχαίους Έλληνες, είναι μια… τραγωδία».
Αυθόρμητα μου ήρθε η επόμενη ερώτηση: «Εσύ ως Ελληνοκύπρια, πώς βιώνεις την κατάσταση;». Να η απάντησή της: «Ναι, είμαι Ελληνοκύπρια και ζω την τραγικότητα του καθενός. Μπορεί να έχεις μια θεώρηση, αλλά είσαι κι εσύ μέσα στο καλούπι σου κι έχεις κι εσύ τους περιορισμούς σου... Κανένας από εμάς δεν μπορεί να είναι μέσα σ’ ένα σύστημα και να είναι ξέχωρος από αυτό. Ακόμα κι ένας Γιουνγκ, που είχε τόσο ανοικτό μυαλό, κατηγορήθηκε ότι ήταν αντισημίτης, ενώ έσωσε Εβραίους και είχε σοβαρές επαγγελματικές, αλλά και προσωπικές σχέσεις με Εβραίους. Ένα από τα ωραία που είπε ο Γιουνγκ, είναι ότι ο καθένας από εμάς έχει ένα κομμάτι που είναι στη σκιά, πάνω στο οποίο προβάλλουμε ό,τι αρνητικό - τον “άλλο” - αλλά στην ουσία, προβάλλουμε εκείνο που είμαστε εμείς και δεν μπορούμε να δούμε καθαρά. Ό,τι σε ενοχλεί για τον άλλο, πρέπει να το προσέξεις, γιατί λέει για σένα κάτι σημαντικό».
Τα ακίνητα της εβδομάδας




