Μένω στο μάθημα της… πατριωτικής δημοσιογραφίας που απασχόλησε χθες τη διπλανή στήλη του φίλου και συγκάτοικου στη σελίδα Λάζαρου Μαύρου, αφού η φράση που τον κινητοποίησε, «η καλή δημοσιογραφία δεν έχει πατρίδα», ανήκει σε μένα. Για να παρατηρήσω ότι, ενώ ο εκλεκτός συνάδελφος αντιπαρέβαλε τη δική του «πατριωτική», στη δική μου «άπατρι» δημοσιογραφία, στην πραγματικότητα την αντιλαμβανόμαστε λίγο-πολύ με τον ίδιο τρόπο.

Διαβεβαιώνοντας ότι η υπονοούμενη προτροπή μου καθορίζει ως πατρίδα του δημοσιογράφου την ανθρώπινη εμπειρία και την αντικειμενική της αποτύπωση στη δουλειά του, ομολογώ ότι δεν διαφωνώ με όσα διατυπώνει ο φίλτατος Λάζαρος - πέρα από το ότι, προσωπικά, είμαι αλλεργικός στην πατριωτικολογία και στη συναφή ορολογία, που μπορεί να έχει νόημα στα χείλη ενός έντιμου άντρα όπως ο συνάδελφος, αλλά που συνήθως αντηχεί την κενότητα και την ιδιοτέλεια μικρών ανθρώπων και… ευέλικτων υποκριτών.

Γράφει λοιπόν ο κύριος Μαύρος: «Πρωτίστως η καλή δημοσιογραφία θα πρέπει να έχει πατρίδα. Να γνοιάζεται προπάντων για την πατρίδα. Να είναι πατριωτική. Για την καλυτέρευση της πατρίδας της αενάως να αγωνίζεται. Προκειμένου να συμβάλλει ώστε να καταστεί τόσο καλή κι αγαπητή, ώστε ν’ αποτελεί οικουμενικώς υπόδειγμα και για όλων των άλλων τις πατρίδες. Παράδειγμα προς μίμηση. Σ’ έναν κόσμο αλληλοσεβασμού όλων των πατρίδων. Με λυδία λίθο, πάντα, τι άλλο εκτός απ’ τις αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της αλληλεγγύης για κοινωνική δικαιοσύνη κι ευημερία και κράτος δικαίου σε κάθε κράτος. Ασφαλείς προϋποθέσεις για περισσότερη και διαρκέστερη ειρηνική συνύπαρξη.

»Είναι το αντίστοιχο εκείνου που λέγαμε πριν χρόνια ότι “δεν μπορεί κανείς να είναι καλός διεθνιστής, αν δεν είναι κιόλας καλός εθνιστής”… Και εάν για όλες αυτές τις σταθερές και θεμελιακές αξίες, πρωτίστως, δεν μάχεται στη δική του πατρίδα, ενάντια στις… συμπατριώτισσές του Εξουσίες, ο κάθε δημοσιογράφος, ώστε να την καταστήσει πατρίδα ελευθερίας, δημοκρατίας, δικαιοσύνης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με ποια προσόντα θα διεκδικήσει, άραγε, το οικουμενικό του βεληνεκές; Εάν δεν μάχεται ενάντια σε όση αδικία υφίσταται από ξένους η δική του πατρίδα, ενάντια σε όση επιτόπια αδικία υπάρχει στη δική του πατρίδα, με τι μούτρα θα δημοσιογραφεί για τις αδικίες σε άλλων τις πατρίδες και στην οικουμένη;».

Συμφωνώ κι επαυξάνω στις πιο πάνω σημαντικές αλήθειες, που αντιτίθενται στην κυριαρχία μιας ξερής και συχνά στρατευμένης ειδησεογραφίας και αναδεικνύουν την αφοσίωση του δημοσιογράφου στη συγκλονιστική δύναμη της ανθρώπινης καθημερινότητας, χωρίς δεσμεύσεις και εξαρτήσεις από κανέναν.

Πολύ περισσότερο, όταν αναφέρονται σε δημοσιογράφους με προσωπικές στήλες, που άντεξαν στον χρόνο και τον κόπο. Το έγραψα και άλλοτε: Ένας χρονογράφος και ένας αρθρογράφος, που είναι και ρεπόρτερ, είναι ένας διχασμένος άνθρωπος που αντιμάχεται ουσιαστικά το ίδιο το πεπρωμένο του - το πεπρωμένο της λήθης.

Καθώς η μια πλευρά του είναι έξω στον δρόμο, κάνοντας ρεπορτάζ, η άλλη πλευρά του είναι εσώκλειστη μέσα του, γράφοντας το χρονογράφημα ή το άρθρο - ένα κείμενο που απαιτεί κάτι περισσότερο από ένα βιαστικό πέρασμα, που απαιτεί περισσότερη αγάπη και περισσότερο σεβασμό. Για τις λέξεις. Για τις έννοιες. Για τους ανθρώπους.

Για την πατρίδα και για τον κόσμο, τελοσπάντων.