Φυλλομέτρησα ξανά αυτές τις μέρες το βιβλίο Never Cry Wolf, του Καναδού φυσιοδίφη και φυσιολάτρη Φάρλεϊ Μόατ (Farley Mowat) για τη ζωή και τις καθημερινές συνήθειες των λύκων της Αρκτικής Ζώνης του Καναδά, που απασχόλησε τη στήλη πριν από αρκετά χρόνια. Η περιπέτεια του Μόατ, που εκδόθηκε το 1963, αφορά την αποστολή του, από την κυβέρνηση του Καναδά το 1948-49 στην περιοχή των λύκων στον βορρά, όπου έζησε μαζί τους και μάζεψε πληροφορίες γι’ αυτούς, με αφορμή φήμες που τους ήθελαν να κατασπαράζουν και να εξοντώνουν μέχρι εξάλειψης τα αρκτικά ελάφια, τα καριμπού.

Εκεί ανακάλυψε μια φωλιά λύκων, κατοικημένη όχι από αιμοβόρους φονιάδες, αλλά από ευγενικά, παιγνιδιάρικα και στοργικά για τα μικρά τους, ζώα που τρέφονταν κυρίως με ποντίκια και που κυνηγούσαν μεγαλύτερα ζώα για να επιβιώσουν και όχι για σπορ ή ευχαρίστηση, όπως κάνουν οι άνθρωποι. (Ένα από τα ευρήματά του, ήταν ότι τα ελάφια τα εξάλειψαν οι κυνηγοί και όχι οι λύκοι).

Μετέφερα τότε στη στήλη μιαν από τις δυνατότερες εικόνες του αφηγήματος, που ήταν η είσοδος του συγγραφέα στην τρύπα των λύκων, προκειμένου να μελετήσει τη διαρρύθμισή της, το άνοιγμα, το μήκος της κ.λπ. Ήταν η εποχή που οι λύκοι πήγαιναν νοτιότερα για κυνήγι αφού ερχόταν χειμώνας και ο Μόατ υπέθεσε ότι η φωλιά θα ήταν άδεια.

Έγραψε, λοιπόν:
«Παίρνοντας μαζί μου μόνο ένα κλεφτοφάναρο και ένα μέτρο κορδέλα, άρχισα να μπουσουλάω με δυσκολία μέσα στη σήραγγα. Με είχε ήδη πιάσει ένα άγχος κλειστοφοβίας, γιατί το τούνελ ήταν τόσο στενό, που με έπνιγε. Στα οκτώ πόδια το τούνελ άρχισε να ανηφορίζει απότομα και έστριβε αριστερά. Τέσσερα πράσινα φωτάκια φάνηκαν μπροστά μου. Πάγωσε το αίμα μου, παράλυσε το μυαλό μου κι απέμεινα ακίνητος γιατί κατάλαβα πως μαζί μου, μέσα στη στενάχωρη αυτή τρύπα, βρίσκονταν τουλάχιστον δύο από τους λύκους.

»Παρόλο που τους γνώριζα πια καλά τους λύκους μου, ήρθε η στιγμή που οι πατροπαράδοτες -κι ας είχαν αποδειχτεί αβάσιμες- προκαταλήψεις μου υπερισχύσανε και της λογικής και της πείρας μου και, για να πω την αλήθεια, είχα παραλύσει ολόκληρος από τον φόβο μου.

»Οι λύκοι, όμως, ούτε που γρύλισαν. Είχαν ζαρώσει πίσω-πίσω στην άκρη της φωλιάς κι έμειναν ασάλευτοι σαν άψυχοι. Όσο πιο γρήγορα μπορούσα, άρχισα να μπουσουλάω ανάποδα μέσα στο στενόχωρο τούνελ και βγήκα έξω χωρίς να ακούσω καμιά κίνηση από τους λύκους».

Είχα τότε συνδέσει τη συγκλονιστική αυτή συνάντηση στην τρύπα των λύκων, με την αξία της ανατροπής και της συγκίνησης, πάνω από τη μίζερη συνήθεια. Έγραψα ότι μου αρέσουν αυτοί που τρυπώνουν στις φωλιές των λύκων, αυτοί που κάνουν το απίστευτο, αυτοί που ξεπερνούν τα όριά τους. Και ότι υπάρχει πάντα μια λυκοφωλιά, για να εξερευνήσουμε. Σήμερα, όχι αύριο, γιατί αύριο οι λύκοι μπορεί να φύγουν από μέσα.

Θα το ξαναέγραφα ακόμα και σήμερα, παρόλο που κάποιοι αμφισβητούν την αυθεντικότητα της εμπειρίας του συγγραφέα. Ο Φάρλεϊ Μόατ, που πέθανε πριν από δύο χρόνια στα 93 του, συνέχισε μέχρι τέλους να υπερασπίζεται τις ιδέες του για ένα καλύτερο φυσικό περιβάλλον, απαλλαγμένο από την αγριότητα του ανθρώπινου λύκου - κι αυτό είναι ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση, από το αν μπήκε ή όχι μέσα στη λυκοφωλιά.