Για το άρθρο της στήλης «Στον δικό σου ασταθή βηματισμό», της περασμένης Παρασκευής (13 Μαϊου 2016), το σχόλιο του Πέτρου Ευδόκα: «Πάλι κατάφερες να με ανακατώσεις συναισθηματικά, Μάριε, με το πρόσφατό σου άρθρο που με κατασυγκίνησε. Δεν είναι μόνο το θέμα του κειμένου σου. Ακόμα πιο δυνατό, για μένα - εκείνο που έδωσε μεγέθυνση στο δύσκολο συναίσθημα που αναμόχλευσες - είναι το ύφος, η προσωπική σου προσέγγιση.

Δεν ξέρω αν οι φιλόλογοι του μέλλοντος θα σου αναγνωρίσουν κάποια μορφή εφευρετικότητας στον λόγο... μα αυτή σου η επινόηση, το ν’ απευθύνεσαι σε δεύτερο πρόσωπο με τόση συμπόνοια, σ' ένα άτομο που εξ' ορισμού δεν μπορεί να κατανοήσει αυτά που γράφεις και ούτε βέβαια ν’ απαντήσει, ζωγραφίζει με τόσο μαύρα χρώματα τη μοναχικότητα του διαλόγου, που είναι δύσκολο να διαχωρίσουμε ποιο είναι πιο ανυπόφορο: η μοναχικότητα του γράφοντος, ή του αναγνώστη;

Το άτομο για το οποίο γράφεις, είναι κατά πάσαν πιθανότητα φορέας, αλλά και ταξιδευτής κυμάτων μιας τόσο συμπαντικής συνείδησης και αγάπης, που ίσως και να μην αντιλαμβάνεται καν τη δική του υπόσταση, ως ατομική ύπαρξη. Με έριξες πίσω κατά δεκαετίες. Στους ήχους και στίχους ενός πολύ δύσκολου τραγουδιού, που με βασάνιζε για χρόνια, πριν το αποκωδικοποιήσω. Είναι το κομμάτι με τίτλο "Lather", του συγκροτήματος που χρωμάτισε με ψυχοδηλωτική έμπνευση κάποια από τα νεανικά μας χρόνια, των Jefferson Airplane.

Οι στίχοι έχουν ως εξής:
Lather was thirty years old today,
They took away all of his toys.
His mother sent newspaper clippings to him, About his old friends who'd stopped being boys.
There was Harwitz E. Green, just turned thirty-three, His leather chair waits at the bank.
And Seargent Dow Jones, twenty-seven years old, Commanding his very own tank.
But Lather still finds it a nice thing to do, To lie about nude in the sand, Drawing pictures of mountains that look like bumps, And thrashing the air with his hands.
But wait, oh Lather's productive you know, He produces the finest of sound, Putting drumsticks on either side of his nose, Snorting the best licks in town, But that's all over
Lather was thirty years old today,
And Lather came foam from his tongue.
He looked at me eyes wide and plainly said, Is it true that I'm no longer young?
And the children call him famous,
And the old men call him insane,
And sometimes he's so nameless,
That he hardly knows which game to play
Which words to say
And I should have told him, "No, you're not old."
And I should have let him go on, smiling, babywide.

»Και εσύ ερωτάς: "Σε πειράζει όταν κάποιοι σε βλέπουν και σε λυπούνται; Σε πειράζει όταν κάποιοι σε βλέπουν και σε φοβούνται; Σε πειράζει όταν κάποιοι σε βλέπουν και σε περιφρονούν, ή σε αγνοούν;".

»Τα ερωτήματα σου μοιάζουν ν’ απευθύνονται μόνο σε ένα άτομο, που είναι ένα μωρό 2 χρόνων, στο σώμα ενός 26χρονου. Απευθύνονται όμως και σε πολλούς άλλους. Γιατί αυτή είναι και η κατάρα που συνοδεύει τη ζωή ΟΠΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ κάμει πράξη την απόφαση να καλλιεργήσει και να διευρύνει τη συνείδησή του, ν’ αναδυθεί από τον ηθικό και πολιτιστικό βόθρο της κοινωνίας μας και να ζήσει - όσο του επιτρέπουν οι συνθήκες - αυτό που δίδαξε και ο Ιησούς και κάθε άλλος πνευματικός δάσκαλος διά μέσου των αιώνων:
»".αμήν λέγω υμίν,εάν μη στραφήτεκαι γένηθεως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών". - Κατά Ματθ. 18,3.

»Το να ζεις τιμώντας την πνευματική σου υπόσταση και τις θείες σου καταβολές την σήμερον ημέρα, σημαίνει αυτόματα και καταδίκη σε εξοστρακισμό, χλευασμούς και εξευτελισμό, και ένα σωρό άλλες μορφές αποκλεισμού από την κοινωνία. Η επικρατούσα νοοτροπία, αργά ή γρήγορα θα σε τραυματίσει, θα προσπαθήσει να σε πολτοποιήσει μ' ένα σωρό τρόπους. Στους πλείστους θα μοιάζεις παράξενος, εξωγήινος, ανώριμος, "καθυστερημένος".

»Και κάπου-κάπου θα προκύπτει μια ευγενικιά μορφή με κατανόηση, που θα σου λέει: "Πώς είναι να ζεις μια ζωή στον μαγικό κόσμο ενός βρέφους; Πώς είναι να μη μεγαλώνεις και να βλέπεις τον κόσμο πάντα με τη φρέσκια ματιά αυτού που δεν γερνά ποτέ;". Και πάλι σ' ευχαριστώ, Πέτρος».