Θα πρέπει να σου πω ότι ξεκινώ να σου γράφω, χωρίς να ξέρω καλά-καλά τι να σου πω. Ξέρω μόνο πως δεν θα διαβάσεις ποτέ αυτό το κείμενο κι έχω γι’ αυτό ένα παράξενο συναίσθημα, βαρύ και ανακουφιστικό μαζί - βαρύ γιατί θα ήθελα πολύ να μάθω τι σκέφτεσαι (πράγμα που δεν θα συμβεί ποτέ) και ανακουφιστικό, γιατί με απελευθερώνει από τις τυπικότητες τέτοιων δημόσιων διαλόγων.
Στην πραγματικότητα δεν είναι διάλογος, μονόλογος είναι - σαν να μιλώ στον εαυτό μου. Ή μήπως όχι; Ο πατέρας σου μου είπε πως είσαι 26 χρονών, αλλά έχεις τη νόηση ενός μωρού 2 χρονών. Είσαι δηλαδή ένα μωρό 2 χρόνων, στο σώμα ενός 26χρονου. Μπορεί κανείς να έχει διάλογο με ένα μωρό της διανοητικής σου ηλικίας; Δεν έχω ιδέα, ούτε εσύ, φαντάζομαι…
Ξέρεις, οι πιο πολλοί συνδέουν την ύπαρξή σου με την ατυχία. Με την κακοτυχία. Με την αναπηρία. Με τον πόνο και την ταλαιπωρία. Ακόμα και με την ντροπή. Ο πατέρας σου, τη συνδέει με την ευλογία. Είσαι, μου είπε, ευλογία γι’ αυτόν. Και ότι από τότε που γεννήθηκες, πετά στους εφτά ουρανούς. Έτσι το διατύπωσε, αυθόρμητα, ήρεμα, χαμογελαστά, ότι πετά στους εφτά ουρανούς από τότε που γεννήθηκες.
Ξέρεις, ήταν για μένα εκπληκτικό να ακούω έναν άντρα σαν τον πατέρα σου, να μου λέει ότι «πετά» γιατί σε έχει γιο του, όταν λίγη ώρα προηγουμένως τον είχα δει στον πεζόδρομο να περπατά με δυσκολία, με αγωνία θα έλεγα. Προσαρμόζοντας το βήμα του στον δικό σου ασταθή βηματισμό. Προσπαθώντας να σε κρατήσει στα πόδια σου. Να σε στηρίξει. Και να ισορροπήσει τη δική σου χαμένη ισορροπία.
Στ’ αλήθεια, πώς μπορεί να πετά ένας άνθρωπος που κινείται τόσο αργά και τόσο βασανιστικά;
Ο Θεός, είναι η απάντηση του πατέρα σου κι αυτή η απάντηση με σύγχυσε πολύ. Τον έφερες, μου είπε, πιο κοντά στον Θεό και από τον Θεό αντλεί δύναμη, για να συνεχίζει να ελπίζει και να χαίρεται μαζί σου τη ζωή. Μου έβαλε δύσκολα κι ακατανόητα ζητήματα ο πατέρας σου, αλλά είμαι σίγουρος ότι εσύ τον καταλαβαίνεις απόλυτα, κι αυτό με καλύπτει επαρκώς.
Ξέρεις, ήταν ωραίο εκείνο το μισάωρο που ήρθα και κάθισα στο τραπέζι σας, σ’ εκείνη την καφετέρια. Εντάξει, δεν άνοιξες το στόμα σου καθόλου, δεν είπες ούτε λέξη, δεν μου μίλησες, και είχα τόσα να σε ρωτήσω. Ερωτεύτηκες, άραγε, ποτέ; Μαράζωσες, άραγε, ποτέ; Σε πειράζει όταν κάποιοι σε βλέπουν και σε λυπούνται; Σε πειράζει όταν κάποιοι σε βλέπουν και σε φοβούνται; Σε πειράζει όταν κάποιοι σε βλέπουν και σε περιφρονούν, ή σε αγνοούν; Πώς είναι να ζεις μια ζωή στον μαγικό κόσμο ενός βρέφους; Πώς είναι να μη μεγαλώνεις και να βλέπεις τον κόσμο πάντα με τη φρέσκια ματιά αυτού που δεν γερνά ποτέ;




