Παίρνω από τη βιβλιοθήκη μου το παλιό, φθαρμένο μυθιστόρημα «Ο Φύλακας στη Σίκαλη» («The Catcher in the Rye»), του Αμερικανού συγγραφέα Jerome David Salinger, καθώς στα Λύκεια αυτές τις τελευταίες μέρες της σχολικής χρονιάς έρχονται τα πάνω-κάτω: Τα «καλά παιδιά» μένουν στο σπίτι μελετώντας για τις εξετάσεις τους και οι «παραβατικοί» κάνουν εντυπωσιακή την παρουσία τους, προσπαθώντας να πείσουν τους καθηγητές να τους σβήσουν απουσίες ή αποβολές, με αντάλλαγμα κάποια κουτσοδούλια στο σχολείο…

Αυτή η ιστορία ρέμπελης εφηβείας, που κυκλοφόρησε το 1951 και από τότε έκανε και κάνει εκατομμύρια πωλήσεις, μεταφρασμένη σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, υπήρξε για μένα το πρώτο λογοτεχνικό σοκ, μέσα από την ταύτιση με τον ήρωά του Holden Caulfield, όταν την πρωτοδιάβασα στον στρατό. (Στον στρατό, είχε γράψει κάποιες σελίδες ο συγγραφέας - ενώ πολεμούσε στην Ευρώπη, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο).

Με είχε μαγέψει η αφήγηση του J. D. Salinger γι’ αυτό τον 17χρονο ρέμπελο που αποβάλλεται από το σχολείο του λόγω κακών βαθμών, φεύγει στη μέση της νύχτας και πάει στη Νέα Υόρκη. Αλλά, αντί να επιστρέψει στο σπίτι του, ενοικιάζει για το βράδυ δωμάτιο σε ένα φτηνό ξενοδοχείο, πληρώνει μια πόρνη, αλλά προτιμά να μιλήσει μαζί της αντί να κάνει σεξ, τρώει ξύλο από τον προαγωγό της και τελικά μένει στην πόλη τρεις μέρες, περιπλανώμενος σε λεωφόρους, μουσεία και ζωολογικούς κήπους.

Κοντοστέκομαι στην πρώτη φράση του βιβλίου, που ήταν γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, κάτι ασυνήθιστο μέχρι τότε, στην αμερικανική λογοτεχνία: «Αν θέλετε ν’ ακούσετε πραγματικά τι έχω να πω, προφανώς ενδιαφέρεστε να μάθετε πού γεννήθηκα και πώς ήταν η μίζερη παιδική μου ηλικία και τι έκαναν οι γονείς μου πριν με γεννήσουν και όλες τις σχετικές ανοησίες, αλλά για να σας πω την αλήθεια, δεν γουστάρω να το κάνω».

Θυμάμαι που το διάβαζα στον θάλαμο, σχεδόν κλεφτά, όταν οι άλλοι στρατιώτες κοιμούνταν, γιατί η φιλαναγνωσία ήταν τότε μια ευαισθησία περίπου ανεπίτρεπτη, ανάμεσα στους σκληρούς λοκατζήδες…

Μαζί με τον Holden Caulfield, ζούσα τις δικές μου σχολικές περιπέτειες, την ανυπακοή μου στους αυταρχικούς καθηγητές, τη σύγκρουσή μου με το σύστημα που θεωρούσα άδικο και καταπιεστικό, την αμφισβήτηση οποιουδήποτε ερχόταν με έτοιμες και δογματικές απαντήσεις.

Με είχε γοητεύσει η κυνική γλώσσα του μοναχικού ήρωα, η αντισυμβατική αίσθηση της ηθικής του και η δυσπιστία του απέναντι στον κόσμο των ενηλίκων. Είχα βρει σε αυτό τον μακρινό Αμερικανό έφηβο, ένα φίλο και συμμέτοχο, έναν άνθρωπο που υπέθετα μπορούσε να με καταλάβει, χωρίς να γνωρίζω καλά-καλά την τεράστια επιτυχία του βιβλίου και την επιρροή που είχε σε πολλές γενιές νέων στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη.

Ήταν λες και ο Jerome David Salinger να έγραφε όχι μόνο για την Αμερική και την Πενσιλβανία και τη Νέα Υόρκη πριν από δεκαετίες, αλλά για την Κύπρο, την Αμμόχωστο και τη Λευκωσία, σήμερα. Ήταν λες και οι τρεις μέρες της περιπλάνησης του Holden Caulfield να συνεχίζονταν σε αυτό το σκονισμένο στρατόπεδο καταδρομών στην Αθαλάσσα.