Μια ενδιαφέρουσα αναφορά στη χιτλερική Γερμανία έκανε προχθές η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, επικρίνοντας το ΡΙΚ και την εκπομπή του Τετ-α-Τετ, γιατί επέτρεψε στον Έλληνα τραγουδιστή Νότη Σφακιανάκη να μεταφέρει τις ρατσιστικές και ξενοφοβικές προκαταλήψεις του, εναντίον των μεταναστών και των προσφύγων. Σε σχετική ανακοίνωσή της η Επιτροπή σημειώνει ότι «τα ΜΜΕ, και δη το ΡΙΚ, ως δημόσια ραδιοτηλεόραση, έχουν καθήκον να προστατεύουν ομάδες που είναι ευάλωτες ή επιρρεπείς στην προπαγάνδα μίσους» και προσθέτει ότι «το παράδειγμα της χιτλερικής προπαγάνδας περί Αρίας φυλής μετέτρεψε τη γερμανική κοινωνία σε μια μηχανή θανάτου εκατομμυρίων».

Σίγουρα υπάρχει μια μεγάλη ιστορική αλήθεια, αλλά και μια ιστορική αμφιβολία σε αυτό το απλουστευμένο σχόλιο, που αναπόφευκτα παραπέμπει στο ιστορικό ερώτημα, «Ποιος έφερε τελικά τους Ναζί στην εξουσία;». Να θυμίσω τη δήλωση της Γερμανίδας Καγκελαρίου Άγκελα Μέρκελ, τον Νοέμβρη 2012, ότι η χώρα της «επιθυμεί όπως η Βρετανία παραμείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί η Βρετανία ήταν εκεί, όταν πετύχαμε την απελευθέρωσή μας από τον Εθνικο-Σοσιαλισμό». Αντιδρώντας, η βρετανική εφημερίδα «Daily Mail» σχολίασε τότε ότι «ο ισχυρισμός της κυρίας Μέρκελ ότι η Γερμανία και οι Γερμανοί ήταν αιχμάλωτοι των Εθνικο-Σοσιαλιστών, δηλαδή των Ναζί, είναι ψεύτικος. Οι Ναζί εξελέγησαν δημοκρατικά και δεν ήταν μια ξένη μειοψηφία».

Η «Daily Mail» παρέπεμψε στο γνωστό βιβλίο «Η άνοδος και η πτώση του Τρίτου Ράιχ», του Αμερικανού ιστορικού και δημοσιογράφου William Shirer, που έζησε στο ναζιστικό Βερολίνο μέχρι το 1940, όπου γράφει μεταξύ άλλων, ότι «το καθεστώς των Ναζί εξέφρασε κάτι πολύ βαθύ στη φύση της Γερμανίας και με αυτό τον τρόπο αντιπροσώπευε τον λαό που κυβερνούσε».

Πραγματικά, τα κόμμα των Ναζί, από 2,6% που πήρε στις βουλευτικές εκλογές του 1928, εκσφενδονίστηκε στο 43,9% και έγινε πρώτο κόμμα, στις βουλευτικές του Μαρτίου 1933, όταν ήδη ο Χίτλερ ήταν καγκελάριος.

Εξέφρασα και σε προηγούμενο άρθρο, την πεποίθηση ότι μόνο οι Γερμανοί μπορούν ίσως να καταλάβουν καλύτερα, γιατί σε εκείνες τις συγκεκριμένες συνθήκες, εκείνη την εποχή, ο γερμανικός λαός ενέδωσε στον Χίτλερ.

Στο βιβλίο του «Αψηφώντας τον Χίτλερ» («Defying Hitler»), ο Γερμανός αντι-ναζιστής δημοσιογράφος Sebastian Haffner (1907-1999), που το 1938 αυτοεξορίστηκε στο Λονδίνο όπου έκανε μια εκπληκτική καριέρα στην αγγλική εφημερίδα «Observer», αναλύει την ιδέα ότι ακόμα και οι δικτάτορες είναι αδύναμοι, χωρίς τη συγκατάθεση ή τουλάχιστον την ανοχή των μαζών.

Ο Haffner έζησε στο Βερολίνο στη διάρκεια της ναζιστικής δικτατορίας πριν ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και πίστευε ότι οι Γερμανοί, «παρόλο που στις κουβέντες μεταξύ τους αντιμετώπιζαν τους Ναζί σαν παλιάτσους που αργά ή γρήγορα θα έχαναν την εξουσία, ήξεραν για τη βαρβαρότητα του ναζιστικού καθεστώτος, αλλά δεν είχαν τη δύναμη να του αντισταθούν».

Είναι προφανές ότι η Άγκελα Μέρκελ θα ήθελε να είχαν τη δύναμη ν’ αντισταθούν στο ναζιστικό καθεστώς, πολύ περισσότεροι από τους τριάντα περίπου, συμπαθούντες της μικρής, αλλά σημαντικής, αντι-ναζιστικής οργάνωσης «Λευκό Ρόδο», αποτελούμενης από Γερμανούς φοιτητές στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου - οι Χιτλερικοί εκτέλεσαν το 1943, με αποκεφαλισμό, τα έξι ιδρυτικά μέλη της: την 22χρονη Sophie Scholl, τον 24χρονο αδελφό της Hans, τον 23χρονο Christoph Probst, τον 25χρονο Alex Schorell, τον επίσης 25χρονο Willi Graf και τον 49χρονο καθηγητή τους, Kurt Huber…