Η συνάντησή μου με τον συνάδελφο Σενέρ Λεβέντ (Sener Levent), πριν από πέντε χρόνια στα γραφεία της τουρκοκυπριακής εφημερίδας «Αφρίκα», στον τουρκοκυπριακό τομέα της Λευκωσίας, ήρθε στο μυαλό μου προχθές, Παγκόσμια Ημέρα Ελευθεροτυπίας, που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 3 Μαΐου.

Την προηγούμενη μέρα, ο Σενέρ είχε δεχτεί μια δεύτερη δολοφονική επίθεση μέσα σε λίγους μήνες, σε μια προσπάθεια των εξουσιαστών να του κλείσουν το στόμα - όπως έκαναν τον Νοέμβρη 2000, όταν ανατίναξαν το τυπογραφείο της «Αvrupa» («Ευρώπη»), της πρώτης εφημερίδας που εξέδωσε και που αναγκάστηκε στη συνέχεια να κλείσει, για να την αντικαταστήσει αργότερα με την «Αφρίκα».

Εκεί, στο παλιό, φτωχικό κτήριο της εφημερίδας, ανάμεσα σε τοίχους με ξεφτισμένους σοβάδες, με στοιχειώδη, φθαρμένη επίπλωση, ο Σενέρ Λεβέντ μού μίλησε για το κυρίαρχο σύστημα στην κατεχόμενη Κύπρο, που καταδιώκει όσους έχουν διαφορετικές απόψεις, μου μίλησε για τη δημοκρατία, για τις αξίες, τις ιδέες και τις σκέψεις του πάνω στον θάνατο και πάνω στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Λίγους μήνες προηγουμένως, τα άρθρα του εναντίον της τουρκικής κατοχικής παρουσίας στην Κύπρο συνέβαλαν σε μια μορφή υπαρξιακής επανάστασης των Τουρκοκυπρίων, που συνέρρευσαν στην πλατεία Ινονού και καλούσαν την Τουρκία να ξεκουμπιστεί από το νησί.

Μόλις πολύ πρόσφατα, στις 28 Μαρτίου 2016 στο Σπίτι της Συνεργασίας στη Λευκωσία, σε κοινή εκδήλωση των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων δημοσιογράφων, ο Sami Ozuslu, εκπρόσωπος της Ένωσης Τουρκοκυπρίων Δημοσιογράφων (KTGB), διαβεβαίωσε ότι δεν στοχοποιούνται πια οι δημοσιογράφοι και οι εφημερίδες που υποστηρίζουν την ειρήνη και μια αμοιβαία αποδεχτή λύση στην Κύπρο. Είπε ότι «ο τουρκοκυπριακός Τύπος, μαζί με την τουρκοκυπριακή κοινωνία, έχει πλέον μια πιο φιλελεύθερη γραμμή» και ότι «μετά τις κατασταλτικές περιόδους του παρελθόντος, σήμερα δεν υπάρχει σχεδόν κανένα θέμα, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ταμπού στον τουρκοκυπριακό Τύπο».

Όμως δεν πέρασε πολύς καιρός από τον Αύγουστο 2015, που η διοίκηση των κατοχικών δυνάμεων κατάγγειλε τον Σενέρ Λεβέντ, τον αρθρογράφο Μαχμούτ Ανάγιασσα και την «Αφρίκα», ότι «καταφέρονται εναντίον του στρατού και της σημαίας» και ότι «αποξενώνουν τον λαό από τον στρατό». Μετά από αυτή την εκφοβιστική επίθεση, οι δύο δημοσιογράφοι κλήθηκαν για ανάκριση στο γραφείο του «Εισαγγελέα»…

Σκέφτηκα προχθές και την Τουρκοκύπρια συνάδελφο Σεβγκιούλ Ουλούνταγ (Sevgul Uludag) και τη σειρά άρθρων της στην εφημερίδα «Yeniduzen», από το 2000, για την ανεύρεση των χώρων ταφής Τουρκοκύπριων και περισσότερων Ελληνοκύπριων, δολοφονημένων, κυρίως, στη διάρκεια της εισβολής. Υπήρξαν βίαιες παρεμβάσεις σε βάρος της ίδιας και της εφημερίδας της, για να σταματήσουν να δημοσιεύουν τις ιστορίες αγνοουμένων, που μαζί με τον στρατό και τη σημαία είναι ακόμα ένα σκοτεινό ταμπού στα ΜΜΕ των κατεχομένων.

«Πήρα», είπε, «αρκετές απειλές για τη ζωή μου από την Αγυιά, όταν είχα γράψει για ένα πηγάδι όπου κάποιοι Τουρκοκύπριοι είχαν σκοτώσει και θάψει κάποιους Ελληνοκύπριους. Προσπαθούμε να ξεσκεπάσουμε τους τάφους και άρα να ξεσκεπάσουμε τα εγκλήματα και τους εγκληματίες. Δεν ήταν εύκολο να φτάσουμε στο σημείο που βρισκόμαστε τώρα, ν’ αντιμετωπίσουμε τις απειλές κατά της ζωής μας, την κακοποίηση, τη συκοφαντία και την ψυχολογική τρομοκρατία»...