Προχθές Κυριακή του Πάσχα, μου τηλεφώνησε ο 96χρονος φίλος μου Κωνσταντίνος Γεωργιάδης, για να μου ευχηθεί Χριστός Ανέστη και χρόνια πολλά. Τον ρώτησα κατά πόσον αυτή τη γιορτινή περίοδο ξεκουραζόταν στο κτήμα του με τις ελιές στην Κοκκινοτριμιθιά, αλλά μου απάντησε αρνητικά - βρισκόταν στο διαμέρισμά του στη Λευκωσία, όπου μελετούσε για τις εξετάσεις που τον περιμένουν σε λίγες μέρες. Σας θυμίζω ότι είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία Ευρωπαίος φοιτητής και ότι παρακολουθεί μαθήματα στο Τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου, όπου άρχισε να σπουδάζει από το 2009, όταν ήταν 90. (Όπως ξανάγραψα, δεν παντρεύτηκε ποτέ και δεν έχει παιδιά).
Ενώ μιλούσα στον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, φυλλομετρούσα το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Irvin Yalom, του 2015, «Creatures of a Day», που είναι μια νέα συλλογή ιστοριών, όπου ο ταλαντούχος Αμερικανός ψυχίατρος και μυθιστοριογράφος περιγράφει τις ψυχικές και διανοητικές περιπέτειες των ασθενών του, μπροστά σε δύο προκλήσεις της ύπαρξης: πώς να έχεις μια ζωή με νόημα και πώς να διαχειριστείς το αναπόφευκτο τέλος της.
Προμετωπίδα του βιβλίου είναι η σύνοψη της σκέψης του Ρωμαίου αυτοκράτορα και σπουδαίου στωικού φιλοσόφου Μάρκου Αυρήλιου (121-180 μ. Χ), όπως τη διατύπωσε στην ελληνική γλώσσα, στους διαλογισμούς του, με τίτλο «Τα εις εαυτόν»: «Είμαστε όλοι πλάσματα μιας μέρας - αυτοί που θυμούνται και αυτοί που τους θυμούνται. Όλα είναι εφήμερα - η μνήμη και το αντικείμενο της μνήμης. Είναι θέμα χρόνου να τα ξεχάσεις όλα και είναι θέμα χρόνου να ξεχαστείς από όλα. Να θυμάσαι πάντα ότι σύντομα θα είσαι κανένας και πουθενά»...
Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, επισκέπτεται τον Yalom ο συγγραφέας Paul Andrews, που είχε διαβάσει το βιβλίο του Yalom, «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» («When Nietzsche Wept») και χρειαζόταν τη συμβουλή του.
O Yalom, που ήταν τότε 80 χρονών, γράφει ότι εξεπλάγη από την εμφάνιση του πελάτη του, που ήταν 84 - «για κάποιο λόγο περίμενα ένα ζωηρό, προβληματισμένο μεσήλικα συγγραφέα κι όμως στο γραφείο μου μπήκε ένας ζαρωμένος γέροντας, τόσο σκυφτός που έδινε την εντύπωση ότι παρατηρούσε εντατικά το πάτωμα... Σχεδόν έτοιμος ν’ ακούσω τις αρθρώσεις του να τρίζουν, πήρα τον βαρύ φθαρμένο χαρτοφύλακά του, όπου ήταν οι σημειώσεις του, τον ακούμπησα στον ώμο και τον οδήγησα στην καρέκλα του».
Ο Paul Andrews είπε ότι πήγε να τον δει μόνο για μια επίσκεψη και ότι θέλει τη γνώμη του για τη μακρά αλληλογραφία που είχε για τη φοιτητική διατριβή του, με θέμα τον Νίτσε, με τον μέντορά του Δρα Claude Mueller. Τη διατριβή έγραψε όταν ήταν φοιτητής στο πανεπιστήμιο Princeton πριν από 60 χρόνια, ενώ η αλληλογραφία του με τον καθηγητή Mueller διήρκεσε 45 χρόνια (!) και τέλειωσε με τον θάνατο του Mueller, το 2002.
Ο Yalom διάβασε ένα μέρος της αλληλογραφίας, στον ασφυκτικά λίγο χρόνο μιας ψυχοθεραπευτικής συνεδρίας, και είπε στον πελάτη του: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Mueller σε σεβόταν πολύ, θαύμαζε το γράψιμό σου, λάμβανε υπόψη την κριτική σου και έδωσε σε σένα πολύ περισσότερη ενέργεια και χρόνο, από οποιονδήποτε άλλο φοιτητή του, αφού συνέχισε να σου γράφει, ακόμα και όταν έφυγες από το πανεπιστήμιο. Το δυνατό σημείο της αλληλογραφίας ήταν η ένταση και η τρυφερότητα της σχέσης με τον Δρα Mueller - μια βαθιά αγάπη μεταξύ σας.
»Ο Paul καθόταν ακίνητος, με τα μάτια του γεμάτα δάκρυα... Τελικά συνειδητοποίησα ότι πριν σηκωθεί και βγει αργά από την πόρτα του γραφείου μου, πήρε από μένα αυτό που ήθελε από την αρχή - μια επιβεβαίωση ότι ένας σημαντικός άντρας σαν τον Mueller, τον θεωρούσε ξεχωριστό και μοναδικό».




