Καθώς πενθείς τον θάνατο του πατέρα σου, στα ογδόντα χρόνια του και κάτι, απαρηγόρητη που τον έχασες ξαφνικά, ξέρεις ότι έφυγε ήρεμος και χωρίς να υποφέρει.
Διάβασα σε ένα κείμενο για τη σημερινή μέρα, το Μεγάλο Σάββατο δηλαδή, ότι και ο Θεός πέθανε, αλλά ο Χριστός ανέστη, χαρίζοντας στον άνθρωπο τη ζωή. Μου άρεσε, ό,τι κι αν αυτό σημαίνει.
Σκέφτομαι ότι όλοι νιώθουμε τη θνητότητά μας, αλλά ο θάνατος πάντα μας αιφνιδιάζει. Ο θάνατος είναι η πιο σίγουρη και αναπόφευκτη προοπτική, αλλά μας πιάνει τις πιο πολλές φορές απροετοίμαστους, αφού οι πιο πολλοί προσποιούμαστε πως δεν υπάρχει - ότι, τελοσπάντων, υπάρχει για τους άλλους, αλλά όχι για μας και γι’ αυτούς που αγαπούμε.
Να σου πω για τον θάνατο του παππού μου, που συνέβη ενώ περπατούσε με τη γιαγιά μου, σε ένα δρόμο στο Βαρώσι, πριν από την εισβολή.
Είχαν έρθει από τον Άη Γιώρκη του Σπαθαρικού, το χωριό τους, να δουν τα παιδιά τους στην πόλη και τη μοιραία ώρα, είχαν κατέβει από το λεωφορείο. Ήμουν καμιά δεκαριά χρονών και μου φάνηκε, θυμάμαι, ένα απίστευτο και απαράδεκτο πράγμα, να πεθάνει ο παππούς μου με τέτοιον τρόπο. Πώς είναι δυνατό να πεθαίνει κανείς περπατώντας; Δεν το χωρούσε το μυαλό μου και με βασάνιζε το ζήτημα για πολύ καιρό.
Πολύ αργότερα, όταν απελευθερώθηκα από τις περιττές και λανθασμένες φοβίες που μου φόρτωσαν οι γονιοί μου για τον θάνατο, συνειδητοποίησα ότι ο παππούς μου ο Κάκος είχε στην πραγματικότητα έναν καταπληκτικά όμορφο θάνατο. Έναν καρδιακό θάνατο. Στη δική μου αντίληψη, οι καρδιακοί θάνατοι έχουν την ίδια ποιότητα με τους καρδιακούς φίλους, έχουν μέσα τους αγάπη, έχουν μέσα τους εμπιστοσύνη και ό,τι προέρχεται από αυτούς είναι αυθεντικό, ανακουφιστικό και τελειωτικό. Μπορείς να στηρίζεσαι στον καρδιακό θάνατο, όπως στηρίζεσαι στον καρδιακό φίλο - ότι θα σου δώσει αυτό ακριβώς που χρειάζεσαι, αθόρυβα και ήρεμα, πριν καν του το ζητήσεις.
Έναν τέτοιο ευτυχισμένο θάνατο είχε ο παππούς μου ο Κάκος, εκείνη τη μακρινή μέρα, ενώ περπατούσε με τη γιαγιά μου την Κατερίνα στο Βαρώσι. Έκανε ένα βήμα, δυο βήματα, δέκα βήματα και συνέβη η καρδιακή ανακοπή. Ο γέρος ήταν νεκρός πριν καν πέσει στην άσφαλτο. Τον φαντάζομαι να γύρισε απλώς να δει τη γιαγιά μου για τελευταία φορά. Ίσως, αυτός ο σκληρός άντρας, ο μεγαλωμένος μέσα στη στέρηση και τη φτώχια, σε μια εποχή που οι άντρες υποτιμούσαν τις γυναίκες και τις είχαν σαν τις δούλες τους, να πρόλαβε να έριξε στη γιαγιά μου, γι' αυτήν τη φορά μόνο, ένα τρυφερό βλέμμα.
Ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης για την υπομονή της, για την καλοσύνη της, για τη χωρίς όρους αφοσίωση και την ανοχή της, μέσα στα πενήντα χρόνια που στάθηκε δίπλα του ακλόνητος βράχος, παρά τις ιδιοτροπίες και τον δύσκολο χαρακτήρα του. Κι ύστερα ο γέρος έφυγε, χωρίς να πει ένα κιχ. Μια και κάτω. Ούτε αρρώστιες, ούτε κρεβατώματα, ούτε πόνο.
Μόνο ένας ατόφιος, ξεκάθαρος θάνατος, ένας καρδιακός, αιφνίδιος και αποφασιστικός θάνατος - σαν τον ωραίο και αποφασιστικό θάνατο του πατέρα σου.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




