Μια βδομάδα ακριβώς μετά τη συνεδρία της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής, τη Δευτέρα 11 Απριλίου 2016, όπου ο υπαστυνόμος Ανδρέας Αναστασιάδης, επικεφαλής του Γραφείου Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας, αποκάλυψε τη διερεύνηση από το Γραφείο του, εκατοντάδων υποθέσεων παιδικής πορνογραφίας τα τελευταία χρόνια, προχθές Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016, διευθετήθηκε και λήφθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας, οπτικογραφημένη κατάθεση από 15χρονη, στην παρουσία λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας, για υπόθεση άσεμνης επίθεσης εναντίον της, από τον 40χρονο συμβίο της μητέρας της. Επιβεβαιώνεται έτσι έμπρακτα η κάθετη αύξηση και η καθημερινή καταγραφή περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης, εκμετάλλευσης και κακοποίησης ανηλίκων, συχνά μάλιστα από ενήλικα άτομα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντός τους.

Η Αστυνομία στη Λάρνακα ανακοίνωσε χθες τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής, αναφέροντας ότι «στις 14 Απριλίου 2016 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας από γυναίκα καθηγήτρια, που διδάσκει σε σχολείο της πόλης, ότι μαθήτρια ηλικίας 15 χρονών, κάτοικος ευρύτερης περιοχής Κοφίνου, της εκμυστηρεύτηκε ότι είχε δεχθεί άσεμνη επίθεση από τον 40χρονο συμβίο της μητέρας της».

Από τα στοιχεία της αστυνομικής ανακοίνωσης, γίνεται αντιληπτό ότι οι αστυνομικοί ερευνητές έδρασαν ακαριαία και αποφασιστικά για εξιχνίαση του πιθανού εγκλήματος και ότι μόνο τρεις ημέρες μετά την καταγγελία έγινε η λήψη της κατάθεσης της 15χρονης, αφού προφανώς προηγήθηκαν οι κατάλληλες ενέργειες που είχαν να κάνουν με τη διαχείριση μιας τόσο «ευαίσθητης» υπόθεσης σεξουαλικής βίας εναντίον ανήλικου προσώπου.

Ο παράγοντας χρόνος έχει ιδιαίτερα καθοριστική σημασία στην εξιχνίαση τέτοιων εγκλημάτων, αλλά ακόμα περισσότερο, στην πρόληψη και την επανάληψή τους σε βάρος νέων πιθανών θυμάτων και είναι αυτόν τον παράγοντα που ο υπαστυνόμος Αναστασιάδης ανέδειξε στην προαναφερόμενη συνεδρία στη Βουλή, όταν παρατήρησε ότι «οι καταγγελίες, πολλές φορές, γίνονται πάρα πολύ αργά και αυτό έχει ως αποτέλεσμα, το πορνογραφικό υλικό να έχει διαδοθεί σε πολλούς άλλους λήπτες».

Ο υπαστυνόμος είχε εξηγήσει ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, κάποιοι καθηγητές και άλλοι επαγγελματίες, που μέσα από τη δουλειά τους έχουν καθημερινή επαφή με τα παιδιά, καθυστερούν να καταγγείλουν τα εγκλήματα αυτά στην Αστυνομία. Σε σχετικό άρθρο στη στήλη, έδωσα τη δική μου ερμηνεία γι’ αυτό - ότι δηλαδή η καθυστέρηση στην καταγγελία των περιστατικών έχει να κάνει με την ευθυνοφοβία, με την υποτίμηση της σοβαρότητας των περιστατικών και με μια λανθασμένη αντίληψη «προστασίας» του «καλού ονόματος» του σχολείου.

Όμως στην προκειμένη περίπτωση, η καθηγήτρια που πληροφορήθηκε τα καθέκαστα από το ίδιο το θύμα, έδρασε χωρίς χρονοτριβή και έκανε η ίδια την καταγγελία στην Αστυνομία - χειρίστηκε την υπόθεση με αίσθηση ευθύνης, με σωστή εκτίμηση της σημασίας της και με την ακεραιότητα που περιμένει κανείς από κάθε λειτουργό της εκπαίδευσης.

Εδραίωσε έτσι την αξία της στον σχολικό χώρο και, από δασκάλα, ανέβηκε στο επίπεδο της παιδαγωγού.
Αυτής που εμπνέει την εμπιστοσύνη. Που μπορεί ν’ ανοίξει κλειστές εφηβικές καρδιές και να τις ξαλαφρώσει από τα πιο οδυνηρά και σκληρά μυστικά τους.