Με καρδιοκτύπησε χθες το πρόβλημα στον υπολογιστή μου - μου έκοψε τα γόνατα η παρατεταμένη μαυρίλα της οθόνης... η ακαριαία, τρομακτική του αδράνεια… Έσπευσα στο εργαστήριο, ελπίζοντας για τη λιγότερη δυνατή ζημιά. Αυτός είναι ο δεύτερος Νοέμβρης μιας ιντερνετικής μου περιπέτειας, μετά από εκείνον τον Νοέμβρη, που επέστρεφα με τον υπόγειο, στο βόρειο Λονδίνο, από τον Σύνδεσμο Ξένων Ανταποκριτών, στο West End. Ήταν γύρω στις πεντέμισι το απόγευμα, κόσμος πολύς, στριμωξίδι, αρώματα και χρώματα ποικίλα. Οι πιο πολλoί ήταν στελέχη επιχειρήσεων και δημόσιοι υπάλληλοι, όλες και όλοι μπρουμουτισμένοι σε βιβλία που ανέσυραν από τις τσάντες τους ή σε φτηνές φυλλάδες με τις τοπικές ειδήσεις της πόλης, που διανέμονται δωρεάν στις εισόδους και εξόδους των σταθμών.
Σκέφτηκα ότι είναι όλοι πτυχιούχοι πανεπιστημίων με σημαντικές καριέρες και καλούς μισθούς, αλλά περνούν τη ζωή τους μέσα στο στομάχι των τραίνων στα έγκατα της γης, χωρίς να τους βλέπει το φως της μέρας, έτσι που είναι σκοτεινά το πρωί όταν ξεκινούν για το γραφείο και είναι σκοτεινά πια όταν σχολάσουν.
Μια και καθόμουν, έβγαλα βιαστικά το laptop από το σακίδιό μου για να καταγράψω την εικόνα, αφού δεν κρατούσα σημειωματάριο. Ήταν η τελευταία φορά που είδα στην οθόνη μου τα φάιλς μου με φόντο τη μεγάλη φωτογραφία μου έξω από το σπίτι του Ουΐλιαμ Σαίξπηρ, στο Στράτφορντ.
Ο ιός που κτύπησε το κομπιούτερ πρέπει να ήταν από τους δυνατούς. Δεν άφησε τίποτε πίσω του. Χρονογραφήματα, άρθρα, ρεπορτάζ, σημειώσεις, φωτογραφίες, τα έσβησε όλα. Και το σχεδίασμα ενός βιβλίου, σαράντα χιλιάδων λέξεων. Θυμήθηκα ότι αυτό το είχα ευτυχώς φυλαγμένο σε ένα USB, μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του υλικού των τελευταίων μηνών. Κοίταξα τη μαύρη επιφάνεια μπροστά μου κι ένιωσα να με καταπίνει, καθώς η δουλειά ενός χρόνου εξαφανίστηκε μέσα στο σύμπαν του κυβερνοχώρου που μου φάνηκε ξαφνικά εχθρικό, απόμακρο, ξένο, ανατριχιαστικά ουδέτερο, εκεί βαθιά κάτω από τη γη του Λονδίνου μεταξύ του King's Cross και του Caledonιan Road.
Η κοπέλα στο απέναντι κάθισμα μού χαμογέλασε, εντελώς ανυποψίαστη για την αθόρυβη και σιωπηλή καταστροφή που με έπληξε μόλις εκείνη τη στιγμή. Κομψοντυμένη, στενό ταγεράκι, στιλέτα στα γυμνασμένα πόδια. Της ανταπέδωσα το χαμόγελο, αλλά θα πρέπει να μου βγήκε στο πρόσωπο κάτι σκοτεινό, σαν το desktop του υπολογιστή, γιατί τα μάτια της τρεμόπαιξαν ανήσυχα.
Στο μυαλό μου ήρθε το τυπογραφείο του Κυριαζή στη λεωφόρο Γρίβα Διγενή στη Λευκωσία, τότε που βγάζαμε την εφημερίδα κυριολεκτικά χειροποίητη, γράφοντάς την ολόκληρη στο χέρι, εξαρτώμενοι από τον δικό μας εγκέφαλο και όχι από κάποιον ηλεκτρονικό, όπως τώρα.
Βλαστήμησα μέσα μου την τεχνολογία, έβαλα τον υπολογιστή πίσω στο σακίδιο, το πέρασα στην πλάτη, σηκώθηκα με τα γόνατά μου κομμένα και κατέβηκα στο Bounds Green. Περπάτησα με κόπο, μέχρι την κυλιόμενη σκάλα για την έξοδο. Είχα μπροστά μου μια μεγάλη και δύσκολη νύχτα.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




