Ένας δημοσιογράφος πήρε για πρώτη φορά το Νόμπελ Λογοτεχνίας και είναι μάλιστα γυναίκα - η 67χρονη Λευκορωσίδα Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, με τη βράβευσή της για το 2015, ανεβάζει τη δημοσιογραφία στο πιο ψηλό σκαλοπάτι, καθώς δίνει μια γερή πνοή αθανασίας στην εφήμερη φύση του επαγγέλματος. Δεν είναι πολύ καλά γνωστή στην πατρίδα της, όπου υπέστη, για δεκαετίες, βάναυσους πολιτικούς διωγμούς και εξαναγκάστηκε από το αυταρχικό καθεστώς Λουκασένκο να αυτοεξοριστεί στη Γαλλία και τη Γερμανία από το 2000 μέχρι το 2011.

Τα βιβλία της ήταν απαγορευμένα για πολύ καιρό, αφού σε αυτά πρωταγωνιστούν επιζώντες συγκρούσεων και καταστροφών σε όλη την πρώην Σοβιετική Ένωση και περιγράφουν με συγκλονιστική αμεσότητα τη θυματοποίηση του ανθρώπου μέσα στο ολοκληρωτικό, σοβιετικό σύστημα, που ουσιαστικά συνεχίζει να μολύνει και να δηλητηριάζει, ως τρόπος σκέψης και ως νοοτροπία, τις χώρες όπου επιβλήθηκε, ακόμα και σε αυτήν τη μετα-σοβιετική εποχή.

Περιγράφοντας τη δύναμη του έργου της, η εκπρόσωπος της Σουηδικής Ακαδημίας που της απέδωσε το Βραβείο, Σάρα Ντάνιους, είπε χαρακτηριστικά ότι «η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, τα τελευταία 30-40 χρόνια χαρτογραφεί το σοβιετικό και το μετα-σοβιετικό άτομο. Όμως αυτά που γράφει δεν είναι μια ιστορία γεγονότων, είναι μια ιστορία και ένας κόσμος συναισθημάτων. Τα ιστορικά γεγονότα που καλύπτει ως δημοσιογράφος και συγγραφέας στα βιβλία της -όπως για παράδειγμα η καταστροφή του Τσέρνομπιλ και ο Σοβιετικός πόλεμος στο Αφγανιστάν- είναι κατά κάποιο τρόπο προφάσεις για να εξερευνήσει τον σοβιετικό και τον μετα-σοβιετικό άνθρωπο. Πήρε χιλιάδες συνεντεύξεις από άντρες, γυναίκες και παιδιά και με αυτόν τον τρόπο μάς προσφέρει την ιστορία μιας ανθρώπινης ύπαρξης, για την οποία δεν γνωρίζαμε πολλά».

Να σημειώσω ότι η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς βασίζει τα σημαντικότερα βιβλία της σε συνεντεύξεις με εκατοντάδες ηλικιωμένες Ρωσίδες που συμμετείχαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με άντρες και γυναίκες που στάληκαν να πολεμήσουν στο Αφγανιστάν τη δεκαετία 1979-1989 και με περισσότερους από 500 αυτόπτες μάρτυρες της πυρηνικής έκρηξης, στο Τσέρνομπιλ της τότε σοβιετικής Ουκρανίας, το 1986.

Όπως είπε σε μια συνέντευξή της, «έψαχνα πάντα για μια λογοτεχνική μέθοδο, που θα μου επέτρεπε την πλησιέστερη δυνατή πρόσβαση στην πραγματική ζωή. Η πραγματικότητα, με τραβούσε πάντα σαν μαγνήτης, με βασάνιζε και με υπνώτιζε, στην προσπάθειά μου να την αιχμαλωτίσω στο χαρτί. Έτσι, υιοθέτησα αυτό το λογοτεχνικό στυλ, να καταγράφω ανθρώπινες φωνές, ομολογίες, ντοκουμέντα και μαρτυρίες. Έτσι βλέπω και ακούω τον κόσμο - σαν ένα χορό ατομικών φωνών και σαν ένα κολάζ καθημερινών λεπτομερειών, που δυναμώνει όλη την πνευματική και συναισθηματική μου προοπτική και μου επιτρέπει να είμαι ταυτόχρονα συγγραφέας, ρεπόρτερ, κοινωνιολόγος, ψυχολόγος και δάσκαλος».