Δίνω σήμερα τον λόγο στη Θέκλα Δημητριάδου, τη λειτουργό του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που σήκωσε το βάρος της διοργάνωσης της συζήτησης της περασμένης Τρίτης (29.9.2015) στο Δημαρχείο Δερύνειας, για δημιουργία δικτύου πρόληψης και καταπολέμησης του εργασιακού trafficking, με τη συμμετοχή κρατικών και τοπικών φορέων - αστυνομικών, λειτουργών εργασίας, εκπαιδευτικών, επαγγελματιών υγείας, οργανωμένων συνόλων και των δημοτών.

Επεσήμανε ότι «το πρόβλημα της εργασιακής εκμετάλλευσης είναι υπαρκτό και σοβαρό και πλήττει τομείς απασχόλησης όπως η γεωργία/κτηνοτροφία, ο τουρισμός, η οικιακή εργασία η εποχιακή εργασία και, ακόμα περισσότερο, η αδήλωτη εργασία». Πρόσθεσε ότι «παρόλο που βελτιώθηκε το νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο καταπολέμησης, υπάρχουν πολύ λίγες καταδίκες, πολύ λίγες αναφορές περιστατικών και ανεπάρκεια προστασίας των θυμάτων. Επιλέξαμε να δράσουμε αυτή τη φορά σε τοπικό επίπεδο, γιατί οι τοπικές Αρχές έχουν να διαδραματίσουν κομβικό ρόλο στην προσπάθεια πρόληψης του trafficking και της ένταξης των μεταναστών. Γιατί στη Δερύνεια; Ο Δήμος Δερύνειας έχει παράδοση στη μετανάστευση, έχει μεταναστευτικό πληθυσμό με ποικιλία χαρακτηριστικών, αλλά κυρίως γιατί στην περιοχή οι μετανάστες απασχολούνται σε χώρους εργασίας με αυξημένο κίνδυνο εκμετάλλευσης».

Εξηγώντας τον όρο «εξαναγκασμός», είπε ότι «δεν έχει μόνο τη μορφή αυτού που είχαμε κατά νου παλαιότερα, δηλαδή ανθρώπων κλειδωμένων και θυμάτων φυσικής βίας, αλλά με βάση και τη νέα νομοθεσία, περιλαμβάνει απειλές για σωματική βία, παραπλάνηση, κατάχρηση εξουσίας, οικονομική εξάρτηση, κατακράτηση μισθών και προσωπικών εγγράφων, υπερβολικές ώρες και μέρες εργασίας, απλήρωτες άδειες, σκληρές συνθήκες εργασίας και ακατάλληλες συνθήκες διαμονής, ελλιπή πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως η υγεία, αδήλωτα εργατικά ατυχήματα, άσκηση βίας, σεξουαλική παρενόχληση, ακόμα και απειλούμενη κατάχρηση διοικητικών διαδικασιών σε σχέση με το καθεστώς του προσώπου (“θα καλέσω την ΥΑΜ να σε απελάσει”). Η συναίνεση του θύματος στην εκμετάλλευση δεν είναι ελαφρυντικό για το έγκλημα - ακόμα και όταν το πρόσωπο συναινεί στην εκμετάλλευσή του, εξακολουθεί να θεωρείται έγκλημα, που πρέπει να τύχει του ίδιου χειρισμού».

Η Θέκλα Δημητριάδου είπε ότι «τα όρια μεταξύ της εργατικής διαφοράς και της εκμετάλλευσης δεν είναι ευδιάκριτα. Έχουμε δει εργατικές διαφορές που εξετάστηκαν από το αρμόδιο Τμήμα, που είχαν όμως πολλά άλλα στοιχεία που δεν προσμετρήθηκαν επαρκώς, ή δεν παραπέμφθηκαν για περαιτέρω έλεγχο από το αρμόδιο Γραφείο της Αστυνομίας».

Υπέμνησε ότι «στις περιπτώσεις της αδήλωτης εργασίας, υπάρχουν τα μικτά κλιμάκια της Αστυνομίας και του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων που μεταβαίνουν σε διάφορους χώρους, για να βρουν ανθρώπους που εργάζονται χωρίς χαρτιά. Αυτοί είναι και οι πιο ευάλωτοι, εργάζονται σε δύσκολες συνθήκες, και εξαρτώνται απόλυτα από τους όρους της εργοδοτικής πλευράς. Πρέπει λοιπόν να ανιχνεύσουμε αυτό τον σκοτεινό αριθμό των περιστατικών που δεν καταγράφονται και πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ της εργατικής διαφοράς, που είναι παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας και της εργασιακής εκμετάλλευσης και της εμπορίας ανθρώπων, που αποτελεί έγκλημα».

Η Θέκλα Δημητριάδου κατέληξε λέγοντας ότι «για να μειωθεί ο σκοτεινός αριθμός των υποθέσεων, θα πρέπει κάθε εργατική διαφορά και κάθε περιστατικό αδήλωτης εργασίας να εξετάζεται υπό το πρίσμα του trafficking».