Κοντοστέκομαι στην παρέμβαση της Μαριάννας Σιοπαχά, διευθύντριας του 3ου δημοτικού σχολείου Δερύνειας, για το υψηλό επίπεδο αποδοχής και στήριξης των παιδιών μεταναστών και στα τρία δημοτικά σχολεία του Δήμου. Πήρε τον λόγο στη διάρκεια της προχθεσινής συζήτησης στο Δημαρχείο Δερύνειας, για την πρόταση του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για δημιουργία συμμαχίας πρόληψης της εμπορίας προσώπων και της εργασιακής εκμετάλλευσης και ένταξης των μεταναστών που ζουν στην περιοχή, και τόνισε ότι «ειδικά στη Δερύνεια, δεν έχουμε φαινόμενα ρατσισμού και απομόνωσης των παιδιών μεταναστών». Πρόσθεσε ότι «σε αυτό, βοηθά προφανώς, η κουλτούρα της κοινότητας. Σε κάθε περίπτωση, στόχος εμάς των δασκάλων είναι να εντάξουμε τα παιδιά στο σχολείο, ανεξάρτητα από ποια οικογένεια είναι, ανεξάρτητα αν οι γονείς τους διαμένουν παράνομα ή όχι στην Κύπρο. Για εμάς είναι όλα παιδιά και τα αντιμετωπίζουμε όλα με τον ίδιο τρόπο».

Η κυρία Σιοπαχά παρατήρησε ότι «δεν είναι, βέβαια, όλα ρόδινα και είναι γεγονός ότι οι ίσες ευκαιρίες, δεν είναι πάντα ίσες... Δεν μπορώ να πω ότι δεν υπάρχουν προβλήματα - και η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας από τα παιδιά των μεταναστών είναι ένα από αυτά. Εμείς ως δάσκαλοι, ζητούμε από το Υπουργείο Παιδείας να αυξήσει τις ώρες για στήριξη των αλλόγλωσσων παιδιών, που ποτέ δεν είναι αρκετές. Ένα αλλόγλωσσο παιδάκι 5, 6, 7 χρονών είναι, πιθανόν, καταδικασμένο να έχει μαθησιακές δυσκολίες, λόγω της μη επαρκούς γνώσης της ελληνικής γλώσσας, όπως και της έλλειψης χρόνου των γονιών του να ασχοληθούν μαζί του, που προστίθενται στα άλλα προβλήματα των οικογενειών μεταναστών. Συχνά, λοιπόν, όπως οι γονείς τους είναι ευάλωτοι στην εκμετάλλευση, τα παιδιά είναι ευάλωτα στις μαθησιακές δυσκολίες. Να πω στο σημείο αυτό ότι και τα σχολεία μπορούν να δώσουν στοιχεία για θυματοποίηση των γονιών των παιδιών, αλλά πρέπει να θεσμοθετηθεί έλεγχος των εργοδοτών, ώστε να αποκαλύπτονται οι παρανομίες και η εκμετάλλευση σε βάρος αλλοδαπών».

Την κουβέντα της Μαριάννας Σιοπαχά πήρε λίγο παρακάτω ο Άριστος Τσιάρτας, προϊστάμενος του Τομέα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως, επισημαίνοντας ότι ο τομέας της εκπαίδευσης, με συγκεκριμένα στρατηγικά προγράμματα, υπήρξε επιτυχές μοντέλο ένταξης μεταναστών στην κυπριακή κοινωνία και ότι ο Δήμος Δερύνειας «αποτελεί ένα θετικό και ελπιδοφόρο παράδειγμα ανάπτυξης πολιτικών και πρακτικών ένταξης».

Όμως, τοποθέτησε γενικότερα το θέμα. Όπως είπε, «τα θετικά αποτελέσματα της ένταξης των μεταναστών για την κοινωνία αποδοχής δεν περιορίζονται στη στενή οικονομική συνεισφορά των μεταναστών εργαζομένων. Περιλαμβάνουν την επαφή με τον πολιτιστικό πλούτο που κουβαλούν από τις χώρες τους και την άρση των δυσκολιών που απορρέουν από τις διακρίσεις και την περιθωριοποίηση από κοινωνικά αγαθά. Βιώσιμη και ανθρωποκεντρική τοπική ανάπτυξη μπορεί να επιτευχθεί με τη συμβολή και τη συμμετοχή όλων των μελών μιας τοπικής κοινωνίας, γηγενών και μεταναστών. Ένας ισχυρός τοπικός κοινωνικός ιστός, που αποτρέπει την εκμετάλλευση και καταπολεμά τις διακρίσεις, τον ρατσισμό, τον κοινωνικό αποκλεισμό όλων των μελών του, υπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνικής συνοχής, αλλά και τις στοχεύσεις ολόκληρης της κοινωνίας».