Σε έναν καλό και ευαίσθητο ακροατή, τον δήμαρχο Δερύνειας Άντρο Καραγιάννη, απευθύνθηκε η πρόταση της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ελίζας Σαββίδου για συνδιοργάνωση από κοινού με το Γραφείο της συζήτησης στρογγυλής τραπέζης, για τη δημιουργία συμμαχίας υπηρεσιών και άλλων φορέων στον Δήμο Δερύνειας, για πρόληψη της εμπορίας προσώπων και της εργασιακής εκμετάλλευσης, καθώς και για ανάληψη δράσεων, για ένταξη των μεταναστών που ζουν στη Δερύνεια. Ο δήμαρχος όχι μόνο την αποδέχτηκε, αλλά και την υλοποίησε, χθες (29.9.2015), με μεγάλη επιτυχία, όπως διαπίστωσα προσωπικά - πριν ακόμα κλείσουν τρεις μήνες από τη συνάντησή του με τον Άριστο Τσιάρτα, προϊστάμενο του Τομέα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Γραφείου της Επιτρόπου, όπου συζήτησαν την πρόταση αυτήν.
Γιατί επιλέγηκε η Δερύνεια; Γιατί αναπτύχθηκε σε τομείς της οικονομίας με υψηλά ποσοστά εργατών από την Ευρώπη και από τρίτες χώρες, εποχιακών και μη - τομείς όπως η γεωργία/κτηνοτροφία και τουριστικές επιχειρήσεις - αλλά γιατί, επίσης, είναι μοντέλο φιλοξενίας και παραγωγικής ένταξης μεταναστών, χάρη στη δουλειά και τη φιλικότητα του δημαρχείου, των κατοίκων και των τοπικών φορέων, όπως των δημόσιων σχολείων. «Τα παιδιά των μεταναστών μιλούν τα ελληνικά καλύτερα από τα δικά μας παιδιά», είπε χαρακτηριστικά.
Στον χαιρετισμό της στη χθεσινή εκδήλωση στο δημαρχείο Δερύνειας, η Ελίζα Σαββίδου αναφέρθηκε γενικά στο έγκλημα της εμπορίας προσώπων στην Κύπρο και επεσήμανε ότι «εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια και αντιστάσεις, ως προς την αλλαγή των πολιτικών που αποσκοπούν στην πρόληψη του φαινομένου της εμπορίας για σκοπούς εκμετάλλευσης, τόσο στη διαχείριση της μετανάστευσης, όσο και στη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Ως αποτέλεσμα, ο κίνδυνος που διατρέχουν τα πρόσωπα που εισέρχονται στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας, ως προς το ενδεχόμενο θυματοποίησης και εκμετάλλευσης από κυκλώματα εμπορίας, παραμένει αυξημένος. Ιδιαίτερα ευάλωτες στο ενδεχόμενο εμπορίας και εκμετάλλευσης, αλλά και σε διάφορες μορφές βίας σχετιζόμενες με το φύλο, είναι οι γυναίκες μετανάστριες, που ζουν και εργάζονται, κατά το πλείστον, στην αφάνεια και στην απομόνωση.
Σημειώνω, παράλληλα, ότι η εργασιακή εκμετάλλευση, η οποία επιφέρει εξαιρετικά σοβαρές συνέπειες στο επίπεδο των εργασιακών και των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν αποτελεί πάντα και κατ’ ανάγκη αποτέλεσμα της εμπορίας ανθρώπων. Όπως επισημαίνεται σε πρόσφατη σχετική πανευρωπαϊκή έρευνα του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο όρος «σοβαρές μορφές εκμετάλλευσης» περιλαμβάνει όλες τις μορφές εργασιακής εκμετάλλευσης που διώκονται με βάση τη νομοθεσία, με ελάχιστο και ενδεικτικό κοινό παρονομαστή, τους εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς και τις υπερβολικές ώρες και μέρες εργασίας.
Από την εργασιακή εκμετάλλευση, η οποία συναντάται κυρίως στη γεωργία/κτηνοτροφία, στην οικοδομική βιομηχανία, στην οικιακή εργασία, στις τουριστικές υπηρεσίες και στη μεταποίηση, επηρεάζονται εργάτες προερχόμενοι από τρίτες χώρες, καθώς και Ευρωπαίοι πολίτες που διακινούνται εντός της Ένωσης για σκοπούς εργασίας. Παρά την έκταση του φαινομένου, η εργασιακή εκμετάλλευση παραμένει εν πολλοίς αόρατη. Τα δε θύματα, πολλές φορές, αποθαρρύνονται από το να καταγγείλουν την εκμετάλλευσή τους ή αναγκάζονται να «αποδεχθούν» τις δυσμενείς συνθήκες απασχόλησής τους, υπό τον φόβο της απώλειας της εργασίας τους και της αναγκαστικής επιστροφής τους σε ακόμα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο».




