Τους πάγιους ισχυρισμούς των σωματεμπόρων, των πελατών και των υπέρμαχων της νομιμοποίησης πορνείας στην Κύπρο, ότι, δήθεν, οι ίδιες οι εκδιδόμενες γυναίκες αποφασίζουν να πουλούν το σώμα τους και ότι μάλιστα… επιτελούν και κοινωνικό έργο(!), καταρρίπτουν καταθέσεις των θυμάτων στην Αστυνομία, συνήθως ξένων γυναικών από χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που αποκαλύπτουν ότι στα κυκλώματα του σωματεμπορίου και της καταναγκαστικής πορνείας, τις σπρώχνουν οι συνθήκες ακραίας φτώχιας στην πατρίδα τους.

Σε συνέχεια του χθεσινού άρθρου, να επανέλθω στην παρέμβαση της Προϊσταμένης του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας, της Υπαστυνόμου Ρίτας Σούπερμαν, στις 30 Ιανουαρίου 2015, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, σε ημερίδα του Cyprus Stop Trafficking, με θέμα την εμπορία προσώπων, όπου επεσήμανε και τα εξής: «Τα θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης στην Κύπρο είναι αλλοδαπές, αλλά και Κύπριες σε μικρότερο βαθμό, που μεγάλωσαν σε προβληματικές οικογένειες, είναι ευάλωτα άτομα, κάποιες έχουν ελαφρά νοητική υστέρηση, χαμηλή αυτοεκτίμηση, προέρχονται από απομακρυσμένες περιοχές της χώρας τους, με πολύ χαμηλή εκπαίδευση, χωρίς δεξιότητες και χωρίς ικανότητες. Κοινό χαρακτηριστικό όλων είναι η οικονομική ανάγκη».

Η κυρία Σούπερμαν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα παραδείγματα αλλοδαπών γυναικών, που φαινομενικά εκδίδονταν με δική τους απόφαση, ως ενήλικες που ασκούν το «δικαίωμά» τους να πουλούν το σώμα τους, αλλά που στην πραγματικότητα, ήταν θύματα σωματεμπορίου, που αναγνωρίστηκαν από την Αστυνομία. Αποκάλυψε ότι οι γυναίκες αυτές κατέληξαν στην Κύπρο ξεγελασμένες, ότι θα έχουν καλές συνθήκες εργασίας, χωρίς να γνωρίζουν ότι θα γίνονταν θύματα καταναγκαστικής εκπόρνευσης.

«Μια γυναίκα από τη Μολδαβία, μητέρα δύο παιδιών», είπε χαρακτηριστικά, «κατέθεσε ότι αποτάθηκε στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας της χώρας της, ζητώντας -χωρίς ανταπόκριση- οικονομική ενίσχυση από το κράτος, ως μονογονιός. Στη συνέχεια, προσπάθησε μάταια να βρει δουλειά σε κουζίνες εστιατορίων. Πήγε στη Ρωσία και δούλεψε σε εταιρεία οικοδομών για δύο μήνες, αλλά την απέλυσαν. Επέστρεψε στη Μολδαβία και ύστερα ήρθε στην Κύπρο, αφού μια φίλη της, συμπατριώτισσά της, της είπε ότι δουλεύει στην Κύπρο σε μπιραρία, ότι κάθεται με πελάτες και πίνει ποτά, ότι αν θέλει πηγαίνει για σεξ και ότι παίρνει αρκετά καλά λεφτά».

Πρόσθεσε η Ρίτα Σούπερμαν: «Αυτή η κοπέλα είχε εξαντλήσει όλες τις προοπτικές για να βρει δουλειά στη χώρα της και στη Ρωσία. Και όταν η φίλη της τής είπε ότι θα πηγαίνει και με πελάτες για σεξ, δεν αντιλήφθηκε εκ των προτέρων, όπως κάθε άλλο θύμα, τι σημαίνει 'αν θέλει να πηγαίνει με πελάτες για σεξ'. Σκέφτηκε δηλαδή ότι θα είχε την ευχέρεια ν’ αρνηθεί, αφού της είπαν,'αν θέλει'… Όμως τα θύματα, όταν έρθουν στην Κύπρο, αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν επιλογή και ότι πρέπει να πηγαίνουν με όλους τους πελάτες, κάτω από όλες τις περιστάσεις και συνθήκες. Όμως, όταν ακούσουμε την ιστορία της, θα πούμε όλοι -ακόμα και οι υπηρεσίες- ότι ήξερε τι ήρθε να κάνει στην Κύπρο και ότι αυτή από μόνη της αποφάσισε να εκπορνεύεται. Ακόμα και όταν η υπόθεση πάει στο δικαστήριο, οι δικηγόροι θα ισχυρίζονται ότι η απόφαση ήταν δική της, άρα δεν είναι θύμα»...