Τη νομιμοποίηση των οίκων ανοχής εισηγείται με επιστολή του, που δημοσιεύτηκε στον «Φιλελεύθερο» το περασμένο Σάββατο (5 Σεπτεμβρίου 2015), ο δημοσιογράφος-συγγραφέας Κυριάκος Ταπακούδης, που όπως πολλοί άλλοι, θεωρεί την πορνεία, δηλαδή την επί πληρωμή σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών, «κοινωνικό έργο». Και που, επιπρόσθετα, θεωρεί τα θύματα της πορνείας, δηλαδή τις γυναίκες, ως «επιτήδειες» αντροχωρίστρες, αγνοώντας την πραγματική φύση της πορνείας, ως μιας εγκληματικής και κερδοφόρας δραστηριότητας, σε βάρος των γυναικών.

Στην επιστολή αναφέρονται και τα εξής: «Στην Πάφο, έως τη δεκαετία του 1980, υπήρχαν τέσσερις αδειούχοι οίκοι ανοχής και ευρίσκονταν στα στενά δρομάκια γύρω από την περιοχή της Λοζάνης. Ήταν γυναίκες Κύπριες κυρίως, κακάσχημες, χοντρές και γερασμένες, καθώς η Πάφος ήταν μικρή επαρχία, που δεν την προτιμούσαν οι νεαρές και όμορφες ιερόδουλες. Όμως υπήρχε καλό μεροκάματο και για τις άσχημες, καθώς εκείνες τις εποχές οι ελεύθερες στενές σχέσεις μεταξύ των αντίθετων φύλων ήταν αυστηρά απαγορευμένες, έτσι οι άντρες αναγκαστικά γίνονταν πελάτες στα σπίτια αυτά. Ύστερα η ευμάρεια, που προέκυψε στην Πάφο, οδήγησε τους πελάτες στα καμπαρέ, που άνθισαν σε μεγάλο βαθμό και διέθεταν νεαρές και όμορφες εισαγόμενες καλλιτέχνιδες.

Γέμισε η Πάφος καμπαρέ και οι οίκοι ανοχής έκλεισαν. Τώρα, με την οικονομική κρίση, οι άνδρες έπαυσαν να έχουν ερωμένες επί χρήμασι, αρκούμενοι στις σύντομες και φθηνές επισκέψεις στις λεγόμενες επιτήδειες γυναίκες. Καθώς όμως οι επιτήδειες γυναίκες δεν θέλουν να είναι στιγματισμένες ως πόρνες, δεν εξασφαλίζουν τις απαιτούμενες άδειες για το επάγγελμα. Πιστεύω πως αν υπήρχαν οι οίκοι ανοχής, τα προβλήματα θα ήσαν λιγότερα. Κανένας άνδρας δεν θα παρασυρόταν από αυτές να εγκαταλείψει την οικογένειά του, ούτε θα ήταν δυνατό να ξοδέψει περιουσίες, καθώς η ταρίφα τους είναι χαμηλή. Πιστεύω πως επιτελούν κοινωνικό έργο».

Δεν χρειάζεται να επισημάνω, αφού αυτό είναι καταφανές, το αδιάφορο, υποτιμητικό και περιφρονητικό ύφος του επιστολογράφου απέναντι στις γυναίκες, είτε είναι «κακάσχημες, χοντρές και γερασμένες», σε οίκους ανοχής, είτε είναι «νεαρές και όμορφες εισαγόμενες καλλιτέχνιδες», στα καμπαρέ. Επιπρόσθετα, στον δικό του κόσμο, οι γυναίκες είναι «επιτήδειες» και «παρασύρουν»(!) τους καημένους τους άντρες πελάτες τους, να εγκαταλείψουν(!) τις οικογένειές τους και να ξοδέψουν περιουσίες(!) στο αγοραίο σεξ.

Η επιστολή αναδεικνύει, επίσης, τις αντιφάσεις και τη γενικότερη υποκρισία γύρω από το ζήτημα. Γράφει ότι ενώ παλαιότερα οι άντρες «αναγκαστικά γίνονταν πελάτες» στους οίκους ανοχής, λόγω των «αυστηρά απαγορευμένων ελεύθερων στενών σχέσεων μεταξύ των αντιθέτων φύλων», στη συνέχεια αναφέρεται στην «ευμάρεια που οδήγησε τους πελάτες στα καμπαρέ και στις καλλιτέχνιδες».

Δεν μας εξηγεί, όμως, γιατί η πορνεία και η σωματεμπορία ανθίζουν στον σύγχρονο κόσμο, με τη μορφή των καμπαρέ και άλλων μορφών αγοραπωλησίας γυναικών, ενώ δεν είναι πια απαγορευμένες οι ερωτικές σχέσεις μεταξύ αντρών και γυναικών, που συχνά μάλιστα αρχίζουν από την εφηβεία.

Η απάντηση είναι ότι, οι πελάτες του αγοραίου σεξ, είναι στην πλειοψηφία τους, όπως παραδέχεται άθελά του ο επιστολογράφος, παντρεμένοι με οικογένειες, εκμεταλλευτές που διαιωνίζουν το έγκλημα της πορνείας και της αγοραπωλησίας ανθρώπων, μαζί με τους σωματεμπόρους. Αυτό το σύστημα θέλει να συνεχιστεί, ο επιστολογράφος; Συμφωνούν μαζί του, οι γυναίκες που γνωρίζει στο περιβάλλον του;