Δεν ξέρω πώς είναι ο Αύγουστος στη Σιβηρία. Θα είναι μάλλον απαλλαγμένος από τη σκοτεινιά και τη σκληρότητα του ρωσικού χειμώνα. Όμως εκείνος ο μακρινός Αύγουστος του 1973, θα ήταν προφανώς βαρύς και αβάσταχτος για τον Νίκο Ζαχαριάδη, που στα 70 του χρόνια κρεμάστηκε στο αγροτόσπιτο στο μακρινό Σουργκούτ της Σιβηρίας, όπου ζούσε φυλακισμένος από τη σοβιετική κυβέρνηση.
«Θύτης και θύμα» του σταλινισμού, ο τραγικός αρχηγός του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας ήταν ο ανελέητος σταλινιστής, που οδήγησε τη χώρα στον Εμφύλιο Πόλεμο και την καταστροφή, την τριετία 1946-1949. Υπήρξε, κάποτε, ο εκλεκτός του δικτάτορα Ιωσήφ Στάλιν, ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης του ΚΚΕ, όμως έπεσε σε δυσμένεια από το σοβιετικό καθεστώς, που υπηρέτησε με άγρια αυταπάρνηση για 25 χρόνια.
Το 1956, στην 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ στη Ρουμανία, εκδιώχθηκε στο πλαίσιο της «αποσταλινοποίησης», που εγκαινίασε την ίδια χρονιά ο νέος σοβιετικός ηγέτης Νικήτα Χρουτσόφ, (Nikita Khrushchev), στο 20ό Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης. Παραγκωνίστηκε, εξορίστηκε και εξευτελίστηκε από τους πρώην σοβιετικούς προστάτες του, που μετά τη διαγραφή του από το ΚΚΕ, το 1957, τον εκτόπισαν στο Μποροβίτσι του Νόβγκοραντ και στη συνέχεια στην άκρη του κόσμου, στο Σουργκούτ της Σιβηρίας, σε πλήρη και βάρβαρη απομόνωση, που τσάκισε τελικά τη σιδερένια του θέληση.
Πολλά χρόνια μετά, ο γιος του Σήφης Ζαχαριάδης, (Σήφης από το Ιωσήφ, το όνομα του Στάλιν), μίλησε σε συνέντευξη για την τελευταία συνάντησή τους πριν αυτοκτονήσει, καθώς και για το τελευταίο γράμμα προς τη μητέρα του Ρούλα Κουκούλου, (ηγετικό στέλεχος του μεταπολιτευτικού ΚΚΕ που «αποκήρυξε» το 1957 τον σύζυγό της, όταν διαγράφηκε από το κόμμα), αλλά και για τη στάση των σοβιετικών, που κατηγόρησε ως υπευθύνους για την αυτοκτονία του πατέρα του. Ο Σήφης, που το 1973 ήταν 22 χρόνων, επισκέφθηκε τον πατέρα του, έναν μήνα πριν εκείνος αυτοκτονήσει.
Είπε, ερωτώμενος σχετικά: «Ο πατέρας μου ήταν πολύ συγκρατημένος στην εκδήλωση των συναισθημάτων του. Όλα τα κρατούσε μέσα του. Κι έτσι μ’ έμαθε και μένα να κάνω. Ποτέ δεν ήρθε να με πάρει από το αεροδρόμιο όταν τον επισκεπτόμουν και ποτέ δεν με ξεπροβόδιζε όταν έφευγα. Τελευταία φορά τον είδα στις 7 Ιουλίου του 1973. Εκείνη τη μέρα θα αναχωρούσα αεροπορικώς από το Σουργκούτ. Όπως συνέβαινε πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αποχαιρετιστήκαμε μέσα στο σπίτι. Βγήκα έξω και μπήκα στο ταξί.
Δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι θα έβγαινε να με αποχαιρετήσει. Ποτέ δεν το έκανε αυτό. Κι όπως κοίταξα από το αυτοκίνητο, τον είδα να στέκεται στο κατώφλι. Όταν συνάντησε το βλέμμα μου, σήκωσε και μου κούνησε το χέρι. Ποτέ δεν θα ξεχάσω πόσο πολύ σφίχτηκε η καρδιά μου. Για μια στιγμή, μου πέρασε η σκέψη ότι τον βλέπω για τελευταία φορά. Ήθελα να σταματήσω το αυτοκίνητο, να κατέβω και να πάω κοντά του. Γνώριζα όμως ότι δεν του άρεσαν παρόμοιες ''αδυναμίες''. Αυτός ήξερε ότι μάλλον δεν θα ξαναβρεθούμε. Γι’ αυτό και βγήκε να με χαιρετήσει»...




