«Βαρύτατη μομφή», σε βάρος των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, θεωρεί ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου, Ανδρέας Ασσιώτης, την αναφορά της έκθεσης 2015 του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, σχετικά με την εμπορία προσώπων, ότι «επιδεικνύεται αναίσθητη (“insensitive”) και κάποτε ποινική ή σωφρονιστική (“punitive”) μεταχείριση θυμάτων, από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας στη Λευκωσία». Στην έκθεση αποκαλύπτεται ότι οι ΥΚΕ «απέστειλαν κάποια θύματα σε ακατάλληλες και εκμεταλλευτικές (“exploitative”) εργασίες, όπου εξαναγκάζονταν να εργάζονται περισσότερες ώρες, απ' όσες επιτρεπόταν νόμιμα, ενώ πληρώνονταν με μισθούς κάτω από το ελάχιστο».

Μου τηλεφώνησε χθες ο κ. Ασσιώτης, για να αντιτάξει στην αναφορά περί «αναισθησίας», την «ευαισθησία» των στελεχών και των λειτουργών των ΥΚΕ και του Υπουργείου γενικότερα. «Εμείς κάνουμε ευαίσθητους χειρισμούς», μου είπε. «Γνωρίζουμε την ψυχολογία των ανθρώπων - θυμάτων εκμετάλλευσης και εμείς τα προστατεύουμε και δεν τα στέλνουμε για να υποστούν και άλλη εκμετάλλευση, όπως ισχυρίζεται η αμερικανική έκθεση».

Ο κ. Ασσιώτης αναφέρθηκε και στην επιστολή της 2ας Ιουλίου 2015, της Προέδρου της οργάνωσης Cyprus Stop Trafficking, Ανδρούλας Χριστοφίδου Henriques, στην Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ζέτα Αιμιλιανίδου, όπου καταγγέλλει ότι τα αναγνωρισμένα θύματα εμπορίας στην εργασία δεν λαμβάνουν έγκαιρα το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (ΕΕΕ). Με παρέπεμψε ο κ. Ασσιώτης στην επιστολή-απάντησή του στην κυρία Henriques (14 Ιουλίου 2015), όπου αναφέρει μεταξύ άλλων: «Η Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας έχει εξετάσει τον κατάλογο με τα ονόματα των 25 αναγνωρισμένων θυμάτων εμπορίας που έχετε αποστείλει και, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της σχετικής έρευνας, διαπιστώνεται ότι τα μισά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στον κατάλογό σας δεν έχουν υποβάλει, καν, αίτηση για το ΕΕΕ.

Κατά συνέπεια, εισηγούμαι όπως, προτού εξάγετε αβάσιμα συμπεράσματα, ότι τα αναγνωρισμένα θύματα εμπορίας δεν λαμβάνουν καμιά οικονομική βοήθεια από το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, διασφαλίζετε ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν τουλάχιστον υποβάλει σχετική αίτηση στην ΥΔΕΠ. Ενόψει των ανωτέρω, θα ήταν χρήσιμο όπως προτρέψετε τα συγκεκριμένα πρόσωπα, όπως υποβάλουν άμεσα την αίτησή τους για το ΕΕΕ, η οποία θα εξεταστεί κατά προτεραιότητα, όπως άλλωστε ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις αναγνωρισμένων θυμάτων εμπορίας προσώπων».

Ανταπαντώντας, η Ανδρούλα Henriques γράφει: «Αναρωτηθήκατε, γιατί δεν έχουν υποβάλει ακόμα τη σχετική αίτηση; Μπορούν τα θύματα να το κάνουν μόνα τους; Ποιος θα τους βοηθήσει να το κάνουν; Αναρωτηθήκατε, ακόμη, γιατί άλλα πέντε πρόσωπα δεν έχουν ανταποκριθεί ακόμη στις υποχρεώσεις που τους έχουν τεθεί; Ή γιατί άλλα τέσσερα πρόσωπα έχουν φύγει από την Κύπρο; Αναρωτηθήκατε, τέλος, πόσος χρόνος και ποιες διαδικασίες απαιτήθηκαν, για να γίνει κατορθωτό να λάβουν ΕΕΕ τα μόνα τέσσερα θύματα που λαμβάνουν αυτή τη στιγμή;

Η πάγια θέση μας, την οποία μονίμως αναγκαζόμαστε να υποστηρίζουμε, συχνά μάλιστα με ένταση και φορτικότητα, είναι ότι γι’ αυτά τα πρόσωπα οι μεν διαδικασίες θα πρέπει να είναι όσο πιο απλές και σύντομες γίνεται, οι δε αρμόδιοι λειτουργοί Ευημερίας όσο πιο ευαισθητοποιημένοι και αποτελεσματικοί επιβάλλεται. Εννοείται πως εμείς προτρέπουμε τα θύματα να υποβάλουν αίτηση για ΕΕΕ, όπως μας υποδεικνύετε στην επιστολή σας. Η διαδικασία, ωστόσο, πρέπει να κινηθεί όχι από εμάς, αλλά από τους ίδιους τους λειτουργούς Ευημερίας, οι οποίοι όχι μόνο τη γνωρίζουν καλύτερα, αλλά και έχουν και τη σχετική υποχρέωση.

»Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι πρόθεσή μας να βρισκόμαστε σε αντιπαράθεση με το Γραφείο Ευημερίας. Αντίθετα, η οργάνωσή μας προσπαθεί μόνο να υποβοηθήσει το έργο του κράτους. Δεν μπορεί όμως και να το υποκαθιστά».