«Ο σεξισμός είναι διάχυτος στην κυπριακή κοινωνία, αφού διαπερνά όλα τα κοινωνικά στρώματα και όλες τις εκφάνσεις της ζωής», επισήμανε σε χθεσινή δήλωσή της η Επίτροπος Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Ελίζα Σαββίδου, σχολιάζοντας τις πρόσφατες σεξιστικές ασχημονίες σε βάρος της βουλευτού Ειρήνης Χαραλαμπίδου από δύο βουλευτές, που ανήκουν στον υποτιθέμενο φιλελεύθερο, δημοκρατικό πολιτικό χώρο.

Κτύπησε κέντρο η κυρία Σαββίδου, τονίζοντας ότι τα περιστατικά αυτά «εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο σεξιστικής και υποτιμητικής αντιμετώπισης των γυναικών πολιτικών, στον δημόσιο λόγο. Ο σεξισμός κατά των γυναικών πολιτικών είναι υπαρκτός και η νομική κατοχύρωση της ισότητας έχει αποτύχει να τον αντιμετωπίσει. Οι απαράδεκτες σεξιστικές επιθέσεις σε βάρος της βουλευτού ανέδειξαν μια θλιβερή κοινωνική πραγματικότητα. Ότι ο χώρος της πολιτικής εξακολουθεί να θεωρείται ως “ανδροκρατούμενος”, με την παρουσία και συμμετοχή των γυναικών να αποτελεί κάποιου είδους “παραχώρηση”, αλλά κυρίως ότι η λεκτική βία και ο σεξισμός μπορούν ανά πάσα στιγμή και με αξιοσημείωτη ευκολία να επιστρατευτούν, προκειμένου να “συνετιστεί” μια γυναίκα πολιτικός.

Είναι προφανές ότι τέτοιου είδους στάσεις και συμπεριφορές, πέραν του ότι παραβιάζουν μια σειρά από θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, λειτουργούν αποτρεπτικά για τη συμμετοχή περισσότερων γυναικών στην πολιτική σκηνή, σε μια χώρα όπου ήδη το ποσοστό γυναικών πολιτικών είναι εξαιρετικά χαμηλό».

Αν θυμάμαι καλά, η προηγούμενη δυναμική, δημόσια παρέμβαση πάνω στο ίδιο θέμα, προήλθε πριν από δύο χρόνια, από την Πρόεδρο των Ενωμένων Δημοκρατών, Πραξούλα Αντωνιάδου, που ανέφερε σε ομιλία της ενόψει ευρωεκλογών, ότι «η ανισότητα εμπεδώνεται από το σύστημα εκπαίδευσης, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα πολιτικά κόμματα και σίγουρα από το ευρύτερο κατεστημένο», ενώ έβαλε στο τραπέζι και το τεράστιο ζήτημα της πολιτικής περιθωριοποίησης γυναικών.

«Σε παραπληροφορημένες κοινωνίες όπως τη δική μας», είπε, «είναι πολύ εύκολο να υποσκάπτει κανείς τη διαφορετική άποψη, όταν αυτή η άποψη εκφράζεται από μια γυναίκα. Το κτύπημα, δηλαδή, στη δημοκρατία είναι διπλό. Η διαφορετική άποψη στερείται της δυνατότητας να ακουστεί αντικειμενικά και ταυτόχρονα υποσκάπτεται η γυναίκα που την εκφράζει. Και με αυτόν τον τρόπο, αποθαρρύνονται οι φορείς της αλλαγής να προωθήσουν γυναίκες σε θέσεις εκπροσώπησής τους».

Ειδικότερα για το Κυπριακό, η κ. Αντωνιάδου τόνισε ότι «η πιο ανησυχητική έκφανση της ανισότητας αφορά την απουσία των γυναικών από την ειρηνευτική διαδικασία, με τις θέσεις γύρω από ένα τραπέζι διαπραγμάτευσης για την ειρήνη να κατέχονται/κατακρατούνται αποκλειστικά από άνδρες. Οι μόνες γυναίκες γύρω από το τραπέζι διαπραγμάτευσης είναι αυτές που κρατούν σιωπηρά τα πρακτικά είτε οι ευγενικές κυρίες που φέρνουν τον καφέ. Αξίζει και εδώ να διερωτηθεί κανείς, αν κατά τα 50 χρόνια διαπραγματεύσεων που γίνονται για το Κυπριακό, συμμετείχαν ουσιαστικά και ισότιμα γυναίκες, η πατρίδα μας θα παρέμενε μέχρι τώρα μοιρασμένη. Αυτό απαντά ίσως και στο ερώτημα, γιατί κρατήθηκαν οι γυναίκες μακριά από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

Είχα συμφωνήσει με αυτές τις πολύτιμες παρατηρήσεις και είχα εκφράσει τη δική μου εκτίμηση, πως αν μπορούμε να επανορθώσουμε κάπως, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε την ήρεμη γυναικεία δύναμη, σαν το απαραίτητο άλλο μισό της πραγματικότητάς μας.

Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.