Συνεχίζοντας από εκεί που έμεινα χθες, για τη συζήτηση της περασμένης Δευτέρας στη Δημοσιογραφική Εστία στη Λευκωσία, της ομάδας πολιτών «Κύπρος αύριο», με θέμα τις στάσεις και τις απόψεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων για τη λύση του Κυπριακού, με ομιλητές τα στελέχη του ΑΚΕΛ και του ΔΗΣΥ, Στέφανο Στεφάνου και Νίκο Τορναρίτη, καταθέτω ένα από τα ενδιαφέροντα ερευνητικά δεδομένα και συμπεράσματα που παρουσίασαν οι ακαδημαϊκοί, Χάρης Ψάλτης και Αλέξανδρος Λόρδος και αφορά αυτό που αποκάλεσαν, «ανάγκη για εκ βάθρων αναθεώρηση της εκπαιδευτικής μας πολιτικής, η οποία, μέχρι σήμερα, δεν ασχολήθηκε με την επαφή των δύο κοινοτήτων».

Όπως σημείωσε ο Χάρης Ψάλτης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνικής και Αναπτυξιακής Ψυχολογίας, στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, «η τραγωδία του εκπαιδευτικού μας συστήματος περνά μέσα από την έννοια του διπλού δεσμού - την περίπτωση της μητέρας που λέει στο παιδί της ότι το αγαπά, ενώ η συμπεριφορά της είναι εχθρική απέναντί του. Εδώ έχουμε μια κοινωνική αναπαράσταση, να λέμε στο πουλί να πετάξει να πάει στην Κερύνεια, ενώ οι πολιτικοί το κρατούν ακίνητο, για να μην υπάρξει επαφή. Άρα, υπάρχει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που λέει ότι θέλει να υπάρξει επανένωση, αλλά κάνει ακριβώς το αντίθετο - μας κρατά δέσμιους, να μην πάμε ποτέ στην Κερύνεια».

Να αναφέρω ότι ο ψυχολογικός όρος «διπλός δεσμός» («double bind»), χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον ανθρωπολόγο, Gregory Bateson και τους συνεργάτες του, στα μέσα της δεκαετίας του 1950 και δηλώνει μια κατάσταση επικοινωνίας, όπου ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων λαμβάνει δύο ή περισσότερα μηνύματα, αντιφατικά μεταξύ τους, που αναιρούν το ένα το άλλο.

Σύμφωνα με τον Καθηγητή Χ. Ψάλτη, που τα τελευταία χρόνια ασχολείται με έρευνες για την επικοινωνία, την επαφή και αντιλήψεις στην ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή κοινότητα, σε σχέση με το Κυπριακό, «μας ενδιαφέρει βασικά ο τομέας της κοινωνικής ψυχολογίας που ονομάζουμε “διομαδικές σχέσεις”, για τα φαινόμενα της προκατάληψης και άλλων παραγόντων που επηρεάζουν την ποιότητα των “διομαδικών σχέσεων”».
Ανέφερε, ως εύρημα των ερευνών, ότι «οι Ελληνοκύπριοι νέοι είναι αρκετά πιο αρνητικοί για την άλλη κοινότητα, ενώ οι Τουρκοκύπριοι νέοι είναι πολύ πιο θετικοί για τους Ελληνοκύπριους κι αυτό παραπέμπει στην παιδεία, αφού οι τουρκοκυπριακές οργανώσεις των εκπαιδευτικών έχουν μια παράδοση στην πρωτοπορία του αγώνα για την επανένωση της Κύπρου, ενώ οι δικές μας εκπαιδευτικές οργανώσεις είναι πολύ πιο συντηρητικές».

Από την πλευρά του ο Αλέξανδρος Λόρδος, Διευθυντής Έρευνας στο Κέντρο Βιώσιμης Ειρήνης και Δημοκρατικής Ανάπτυξης, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στη «σχέση μεταξύ επιστημοσύνης και πολιτικής, όσον αφορά το Κυπριακό». Πρόσθεσε και τα εξής: «Κάτι που με λυπεί στον τρόπο που είναι δομημένη η όλη διαδικασία του Κυπριακού είναι ότι, διαχρονικά, οι κοινωνικοί επιστήμονες, που είναι οι ειδήμονες σε θέματα λειτουργίας και καθημερινής δυναμικής μιας κοινωνίας, δεν έχουν κληθεί να έχουν ουσιαστικότερο ρόλο στην όλη διαδικασία. Είναι κρίμα, γιατί υπάρχει πολλή γνώση και είναι σημαντικό να αξιοποιείται αυτή η γνώση. Η επιστημοσύνη μπορεί να ενώσει τους διάφορους πόλους του Κυπριακού, σε μια κοινή στρατηγική…».