Μια «σκληρή», όπως ο ίδιος τη χαρακτήρισε, ερώτηση υπέβαλε στην προψεσινή εκδήλωση της ομάδας πολιτών «Κύπρος αύριο», στη Δημοσιογραφική Εστία στη Λευκωσία, προς το στέλεχος του ΑΚΕΛ Στέφανο Στεφάνου και προς το στέλεχος του ΔΗΣΥ Νίκο Τορναρίτη, ο Μιχάλης Μιχαηλίδης, από το Δάλι: «Πόσο ένοχοι αισθάνονται για τα κόμματά τους, που από το 1985 συμφωνούν στη λύση Ομοσπονδίας κι όμως μέσα στα 30 χρόνια από τότε, δεν κατάφεραν να πάνε στη λύση που υποστηρίζουν, παρά μόνο κλότσησαν χρυσές ευκαιρίες για λύση; Γιατί έκαναν τόσες συνεργασίες για την εξουσία, με το ΔΗΚΟ, την ΕΔΕΚ και όλα τα άλλα απορριπτικά κόμματα; Θα κάνετε επιτέλους την υπέρβαση να συνεργαστείτε συγκεκριμένα, δεδομένου ότι, πλέον, δεν υπάρχει χρόνος;».
Οι απαντήσεις των δύο πολιτικών αποκαλύπτουν, πιστεύω, τη διαφορά, στον βαθμό της ελευθερίας και της τόλμης, που εμπεριέχει η πολιτική σκέψη και η φιλοσοφία του καθενός:
Απάντησε ως εξής ο Νίκος Τορναρίτης: «Προφανώς τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν σημαντικότατες ευθύνες, όσον αφορά το παρελθόν και είναι πελώριες, όσον αφορά το μέλλον. Προσωπικά και ως ΔΗΣΥ, ναι, νιώθουμε πολύ ένοχοι. Τα ερωτήματα, κύριε Μιχαηλίδη, που κάνατε, θα τα έκανα κι εγώ, αν είχα απέναντί μου εκείνους που πήραν συγκεκριμένες αποφάσεις, σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές».
Απάντησε ως εξής ο Στέφανος Στεφάνου: «Αναφορικά με τις ενοχές… εμείς δεν νιώθουμε ενοχές… Μπορεί να έχουμε κριτικές απόψεις για συγκεκριμένα πράγματα, αλλά προσπαθήσαμε και συνεχίζουμε να προσπαθούμε, να υπηρετούμε την προοπτική επίλυσης του κυπριακού προβλήματος, μακριά από τις όποιες πολιτικές σκοπιμότητες. Στη δική μας αντίληψη, η συνεργασία μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ μπορεί να υπηρετηθεί, γι’ αυτό τη χαιρετίζουμε, με στήριξη πολιτικών που συνάδουν με τη λύση του Κυπριακού κι αυτό έχουμε πει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Θα μπορούσαμε σε πολλές περιπτώσεις να κάνουμε αντιπολίτευση του Νίκου Αναστασιάδη, για να εξυπηρετήσουμε τους αντιπολιτευτικούς στόχους και δεν το κάναμε. Πρέπει να πω ότι συνεχίζει να υπάρχει μια διάσταση μεταξύ του διακηρυγμένου στόχου για λύση του Κυπριακού και του κυρίαρχου λόγου, έτσι όπως εκφράζεται σε πολλές περιπτώσεις από αυτούς που παράγουν, αναπαράγουν και ανατροφοδοτούν τον λόγο, προς την κοινωνία. Και θα πρέπει να προσπαθήσουμε να υπάρξει αποκατάσταση και ενότητα μεταξύ του στόχου για λύση και αυτών που λέμε, αναφορικά με τη λύση. Να πάμε λοιπόν σε θετικές, ορθολογικές προσεγγίσεις και ν’ αφήσουμε τα αρνητικά, πίσω».
Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, παραθέτω την άποψη του ακαδημαϊκού Αλέξανδρου Λόρδου, που σχολίασε στη συζήτηση, στη διάρκεια της εκδήλωσης, ότι «από τις έρευνές μας τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε μια σχετικά αστάθμητη ελληνοκυπριακή κοινότητα, που δεν έχει αλλάξει και τόσο πολύ από το 1974 και εντεύθεν… Θεωρώ ότι η τουρκοκυπριακή κοινότητα μπορεί να κερδηθεί, αν δώσουμε τη δέουσα σημασία συνολικά - αλλά για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, θα πρέπει να συνεννοηθούμε πρώτα μεταξύ μας...
Θα είμαστε όμως έτοιμοι, σε περίπτωση λύσης, να περιλάβουμε την τουρκοκυπριακή κοινότητα, στο πολιτικό μας σώμα; Είμαστε μια κοινωνία που αποκλείει γενικά, τους πάντες, με τους νέους και τις γυναίκες να είναι αποκλεισμένοι από τη διαδικασία του Κυπριακού. Σε μια διαδικασία που γενικά αποκλείει, πώς θα συμπεριλάβουμε και την άλλη κοινότητα;».




