Με ομιλητές τον Αλέξανδρο Λόρδο, Διευθυντή Έρευνας στο Κέντρο Βιώσιμης Ειρήνης και Δημοκρατικής Ανάπτυξης, και τον Χάρη Ψάλτη, Επίκουρο Καθηγητή Κοινωνικής και Αναπτυξιακής Ψυχολογίας, Εργαστήριο Γενετικής Κοινωνικής Ψυχολογίας, Τμήμα Ψυχολογίας, Πανεπιστημίου Κύπρου, θα γίνει τη Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015, στη Δημοσιογραφική Εστία, στη Λευκωσία, εκδήλωση της ομάδας πολιτών «Κύπρος αύριο», με θέμα: «Πιστεύετε ότι γνωρίζετε καλά την άλλη κοινότητα; Τη δική σας; Στάσεις και απόψεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, αναφορικά με την επίλυση του Κυπριακού. Δέκα χρόνια ερευνών!». Συζητητές θα είναι ο Νίκος Τορναρίτης και ο Στέφανος Στεφάνου και συντονιστής ο Κωνσταντίνος Οδυσσέως.

«Το σκεπτικό της εκδήλωσης είναι απλό», μου είπε ένας από τους οργανωτές. «Χρειαζόμαστε ερευνητικά δεδομένα, για ν’ ακτινογραφήσουμε πού βρισκόμαστε, σε σχέση με τις στάσεις και τις αντιλήψεις των δύο κοινοτήτων, πάνω στις βασικές πτυχές του Κυπριακού και πάνω στην πολιτισμική εγγύτητα, ή απόσταση, που νιώθουν η μια απέναντι από την άλλη. Το ενδιαφέρον με τα δεδομένα αυτά, είναι ότι μας δείχνουν πώς διάφορες ομάδες εντός της κάθε κοινότητας έχουν διαφοροποιημένες στάσεις, σε διάφορα ζητήματα. Η ηλικία, το φύλο, πρόσφυγας/μη πρόσφυγας, ψηφοφόροι διαφορετικών κομμάτων, απαντούν διαφορετικά στα ερωτήματα της έρευνας για την καθημερινότητά τους, την ασφάλεια, τις ελπίδες τους και τους φόβους τους».

Σκέφτομαι ότι οι φόβοι της κάθε πλευράς για την άλλη συνεχίζουν να κυριαρχούν στην πολιτική της αντίληψη, αυτά τα χρόνια του διαχωρισμού και ότι δεν υποχώρησαν σχεδόν καθόλου, ακόμα και μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και της ελεύθερης διακίνησης. Έγραφα σ' ένα παλιό άρθρο μου (το 1992!), ότι «πρέπει να προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε καλύτερα τον άγνωστο Τουρκοκύπριο που ανδρώθηκε μέσα στις συνθήκες της απομόνωσης, μετά την τουρκική εισβολή και που πιθανό θεωρεί τον τουρκικό στρατό, το ίδιο καταπιεστικό και ξένο, όσο και ο Ελληνοκύπριος. Μπορεί στο πρόσωπό του ν’ αναγνωρίσουμε έναν πιθανό φίλο κι όχι έναν εκδικητικό αντίπαλο».

Αναφερόμουν σε μια νέα, τότε, γενιά πολιτικών, όπως ο Αλπάι Ντουρτουράν, ο Οζγκιέρ Οζγκιούρ και βέβαια ο Μουσταφά Ακιντζί, «άγνωστη στον λαό μας», όπως σημείωνα, «που φέρνουν μιαν άλλη, πιο ανθρώπινη πνοή στα πολιτικά πράγματα της Κύπρου, πολύ διαφορετική από τη φανατική και αρρωστημένη ελληνοφοβία του Ντενκτάς και του Έρογλου. Η ανάγνωση κάποιων ειδήσεων ή αποσπασματικών δηλώσεων και οι δημοσιογραφικές ενημερώσεις που γίνονται μετά από κάποιες αραιές, ή και σπάνιες συναντήσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων πολιτικών, ή συνδικαλιστών, ή καλλιτεχνών, δεν μας βοηθούν να καταλάβουμε επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι διάφοροι ηγέτες ή διανοούμενοι της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Πάνω από τη διαχωριστική γραμμή, φτάνουν σ’ εμάς οι φωνές του σοβινισμού και της έχθρας και όχι αυτές της μετριοπάθειας και της συνδιαλλαγής».

Κύλησε από τότε, πολύ νερό στο αυλάκι (ή μήπως όχι;), με τον Μουσταφά Ακιντζί να ηγείται σήμερα της τουρκοκυπριακής κοινότητας, με τις συναντήσεις επωνύμων στις δύο πλευρές να έχουν θεσμοθετηθεί, αλλά μήπως συνεχίζουν να κυριαρχούν πάνω από τη διαχωριστική γραμμή οι φωνές του σοβινισμού και της έχθρας και όχι αυτές της μετριοπάθειας και της συνδιαλλαγής;

Πόσο πιο γνωστός είναι σήμερα για μας, ο άγνωστος Τουρκοκύπριος;
Πόσο πιο γνωστός είναι σήμερα για μας, ο άγνωστος Ελληνοκύπριος;