Τέλειωσα το χθεσινό άρθρο, με την αναφορά μου σε συνέντευξη που πήρα το 2007, από τον Βορειοκορεάτη αντιφρονούντα Kang Chol-Hwan, αποστάτη στη Νότια Κορέα το 1992, συγγραφέα του συγκλονιστικού βιβλίου, «The Aquariums of Pyongyang», που είναι οι σκληρές αναμνήσεις του από τη δεκάχρονη φυλάκιση του ιδίου, όταν ήταν 9 χρονών και της οικογένειάς του, στο φοβερό στρατόπεδο συγκέντρωσης Yodok, της Βόρειας Κορέας. Θυμήθηκα τον Kang Chol-Hwan και το βιβλίο του, με αφορμή τους γιορτασμούς για τα 20 χρόνια διπλωματικών σχέσεων, μεταξύ της Νότιας Κορέας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
«Αν εγώ επιβίωσα ως μικρό παιδί στο Yodok», μου είχε πει, «είναι γιατί έτρωγα όποιο ζώο εκινείτο, περιλαμβανομένων σκουληκιών, κατσαρίδων, αλλά κυρίως ποντικών»...

Αναφέρει στο βιβλίο του, ότι σε εκείνη την τρυφερή ηλικία είχε χάσει την ευαισθησία του και κάθε αίσθηση αλληλεγγύης σε οποιονδήποτε. «Όσες περισσότερες αγριότητες έβλεπα», γράφει, «τόσο πιο άγρια επιθυμία είχα, να ζήσω, με οποιοδήποτε κόστος. Ίσως δεν το είχα μέσα μου, να γίνω “καρφί” ή να καταδίδω τους φίλους μου, αλλά έχασα πολλή από την ικανότητά μου να νιώθω θλίψη και συμπόνια. Περιφρονούσα και αδιαφορούσα για τους άλλους γύρω μου. Έμαθα επίσης να συγκρατώ τα συναισθήματά μου μπροστά στους φρουρούς, για το δικό μου συμφέρον. Η απάτη έπαιζε ένα ρόλο ολοένα μεγαλύτερο στη ζωή μου. Τη χρησιμοποιούσα για να εξασφαλίζω ή να κλέβω φαγητό, να πιάνω ποντικούς, να λουφάρω στη δουλειά και να τα πάω καλά, με τα “καρφιά”».

Ο Kang Chol-Hwan εξήγησε ότι πολλοί άλλοι συγκρατούμενοί του έμαθαν επίσης να είναι διπλοπρόσωποι, απλώς για να επιβιώσουν. «Σε μια περίπτωση», γράφει, «συνάντησα στο στρατόπεδο μια ομάδα συγχωριανών μου, που στέκονταν γύρω από μια γυναίκα, η οποία θρηνούσε τον θάνατο ενός συγγενή της μοιρολογώντας για το "πόσο γρήγορα έφυγε, από αυτό τον καταραμένο κόσμο". Δεν είχε αντιληφθεί, ότι στο μικρό πλήθος βρισκόταν και ένα γνωστό σε όλους “καρφί”, όπως και ένας από τους φρουρούς του στρατοπέδου. Ο γιος της, βλέποντας τον κίνδυνο, της έγνεψε για την παρουσία τους και εκείνη συνέχισε ψύχραιμη το μοιρολόι, λέγοντας “ω αγαπημένε μου, γιατί έφυγες από αυτό τον κόσμο, που έγινε τόσο ευτυχισμένος κάτω από τη σοφή διακυβέρνηση του Μεγάλου μας Ηγέτη;”. Κανένας δεν τόλμησε να γελάσει, αλλά μετά από αυτό, κανένας δεν μπορούσε ούτε να κλάψει»...

Ήρθε στο μυαλό μου ο Ανδρέας Χάρπα, από την Αγία Τριάδα Γιαλούσας, δευτεροετής φοιτητής στο Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και το γεύμα που παρέθεσε, το περασμένο Σάββατο, ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, Κωνσταντίνος Χριστοφίδης, σε φοιτητές από την κατεχόμενη Καρπασία. Σκέφτομαι ότι η Γιαλούσα, δεν είναι Yodok, όμως, η ανθρώπινη κατάσταση μάλλον είναι η ίδια, παντού…

Μας αφηγήθηκε ο Ανδρέας ένα περιστατικό, όπου ένας Τουρκοκύπριος κάτοικος Γιαλούσας έλεγε μια μέρα στον εγκλωβισμένο θείο του Ανδρέα, στα Ελληνικά, για τους «βρομότουρκους, που ήρθαν εδώ και μας έκαναν χάλια». Και λίγη ώρα μετά, όταν πήγε στο σπίτι του θείου του ο Τούρκος χότζας, ο Τουρκοκύπριος άρχισε να του κακολογεί στα Τουρκικά, τους Ελληνοκύπριους, που «πάττισαν… και καλά να πάθουν, μακάρι να πάθουν και χειρότερα…».