Μιαν άλλη, ευρύτερη διάσταση, από αυτήν που έδωσε η στήλη στο χθεσινό άρθρο, για το θέμα της απαράδεκτης χρησιμοποίησης συνεργατών της Αστυνομίας ως πελατών της πορνείας και του σωματεμπορίου, σε επιχειρήσεις διερεύνησης τέτοιων υποθέσεων, δίνει με σύντομο σημείωμά της η Πρόεδρος της μη κυβερνητικής οργάνωσης Cyprus STOP Trafficking, Ανδρούλα Χριστοφίδου Henriques, ζητώντας να αλλάξει η νομοθεσία που, όπως επισημαίνει, «υποχρεώνει την Αστυνομία να παρανομεί».

Σας υπενθυμίζω ότι επίκεντρο του άρθρου μου είναι τα δύο διατάγματα κράτησης, που το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε την περασμένη Δευτέρα, εναντίον δύο γυναικών από το Βιετνάμ, 30 και 35 χρονών, σχετικά με διερευνώμενες υποθέσεις πορνείας και παράνομης εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας. Η σύλληψή τους έγινε δυνατή, μετά που συνεργάτης της Αστυνομίας έκλεισε ραντεβού με τις δύο γυναίκες σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο, έχοντας μαζί του φωτοτυπημένα χαρτονομίσματα που του έδωσε η Αστυνομία και είχε σεξουαλική επαφή και με τις δύο γυναίκες για το ποσό των 60 ευρώ.

Το πρώτο μέρος αυτού του στημένου και άσχημου παιγνιδιού έγινε την περασμένη Κυριακή, 17 Μαΐου, όταν μπούκαραν οι αστυνομικοί στο δωμάτιο των Βιετναμέζων και -σύμφωνα με την αστυνομική ανακοίνωση- «παρέλαβαν ως τεκμήρια ένα χρησιμοποιημένο προφυλακτικό και το χρηματικό ποσό των 420 ευρώ, μεταξύ των οποίων τα 60 ευρώ, που έδωσε ο συνεργάτης της Αστυνομικής Δύναμης».

Επικαλέσθηκα χθες τον νέο νόμο του 2014, που ποινικοποιεί και τον πελάτη του σωματεμπορίου, εκτός από τον σωματέμπορο και έγραψα ότι για άλλη μια φορά η Αστυνομία γίνεται πελάτης της πορνείας, υποτίθεται για να την… καταπολεμήσει, μαζεύοντας τα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά των συνεργατών της… Και, για άλλη μια φορά, σύρονται στο δικαστήριο οι γυναίκες θύματα πορνείας και πιθανού trafficking και μάλιστα ευάλωτες μετανάστριες, αντί να προσαχθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης ο παράνομος αστυνομικός συνεργάτης και πελάτης των γυναικών, αλλά και ο αστυνόμος, που τον στρατολόγησε.

Με το σημείωμά της, η Ανδρούλα Χριστοφίδου Henriques διερωτάται, «με αγανάκτηση», όπως αναφέρει, «μέχρι πότε οι νόμοι της Κυπριακής Δημοκρατίας θα υποχρεώνουν την Αστυνομία να παρανομεί; Μέχρι πότε, θα πρέπει να επαναθυματοποιούμε τα θύματα, για να καταφέρουμε να καταδικάσουμε κανέναν σωματέμπορο; Θα ήθελα να απευθύνω έκκληση προς τον Γενικό Εισαγγελέα, Κώστα Κληρίδη, αλλά και προς τη Βουλή, να κάνουν κάτι δραστικό, για τον εκσυγχρονισμό του νομικού μας συστήματος.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ, πόσο τραυματική ήταν η εμπειρία που είχα κι εγώ προσωπικά, αλλά και άλλα μέλη της οργάνωσής μας, όταν παρακολουθούσαμε δίκες θυμάτων σωματεμπορίας. Όλοι ήξεραν -και οι δικαστές και οι δικηγόροι των κατηγορουμένων- ότι οι γνωστοί σωματέμποροι, που ήταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, πουλούσαν γυναίκες και ότι όλες ήταν θύματα σωματεμπορίας. Όλοι ήξεραν ότι όσα έλεγαν τα θύματα ήταν αλήθεια.

Και, όμως, στο όνομα της Δικαιοσύνης και της Αλήθειας (και όχι φυσικά στο όνομα του χρήματος!), οι δικηγόροι των κατηγορουμένων φέρονταν στα θύματα σαν να ήταν αυτές οι ένοχες και σαν να ψεύδονταν εναντίον αυτών των “καλών” ανθρώπων, που η δουλειά τους ήταν να διασκεδάζουν “καλλιτεχνικά” τους αξιότιμους πολίτες και πελάτες τους. Και το αποτέλεσμα της δίκης; Τα θύματα κρίνονταν αναξιόπιστες μάρτυρες και οι σωματέμποροι αθωώνονταν!».