Συνεχίζω, από το προηγούμενο άρθρο, την αναφορά μου στο ζήτημα της στασιμότητας, ιδιαίτερα των μαθητών Μέσης Παιδείας, ως μέτρου κατά της σχολικής αποτυχίας, καθώς αυτές τις μέρες οι καθηγητικοί σύλλογοι στα Γυμνάσια και στα Λύκεια αποφασίζουν ποια παιδιά θα μείνουν στάσιμα στην ίδια τάξη, λόγω απουσιών - ποια παιδιά, εκεί που θέλουν να πετάξουν, θα βρεθούν με τσακισμένα φτερά.

Στο εξαιρετικό βιβλίο «Θεραπεύοντας το σχολείο», που εξέδωσε το 2011 ο Δρ Μιχάλης Παπαδόπουλος, εκπαιδευτικός ψυχολόγος για σχεδόν σαράντα χρόνια, αφυπηρετήσας (το 2013), προϊστάμενος της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας, αναφέρθηκε σε έκδοση του Εθνικού Ινστιτούτου Παιδαγωγικών Ερευνών της Γαλλίας για τον αναλφαβητισμό, όπου υπογραμμίζεται ότι «η στασιμότητα είναι ένας πολύ ανεπαρκής και αμφιβόλου εγκυρότητας δείκτης της σχολικής αποτυχίας». Και ότι «δεν φαίνεται να υπάρχει κανένα θετικό αντιστάθμισμα των αρνητικών επιπτώσεων, από τις οποίες είναι σίγουρο ότι ο στάσιμος μαθητής υποφέρει - επιμήκυνση τη σχολικής φοίτησης, κοινωνικός στιγματισμός διαρκείας, αυξημένα συναισθηματικά προβλήματα».

Ο Δρ Παπαδόπουλος επικαλείται, μεταξύ άλλων, τη μελέτη «Ο αγώνας κατά της σχολικής αποτυχίας - μια πρόκληση για την ευρωπαϊκή οικοδόμηση», στην οποία εμπειρογνώμονες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποστηρίζουν την κατάργηση της στασιμότητας, ως μέτρου πρόληψης της σχολικής αποτυχίας και τεκμηριώνουν την άποψή τους με αναφορές της ερευνητικής φιλολογίας, που, ήδη από το 1974, οδήγησαν τον G.B. Jackson να προβεί στην διαπίστωση ότι οι αρνητικές συνέπειες της στασιμότητας ξεπερνούν κατά πολύ τις αναμενόμενες θετικές.

Επισημαίνει ότι «από τότε, όλα τα κράτη-μέλη τείνουν να περιορίσουν τις πιθανότητες στασιμότητας» και ότι «οι χώρες που υιοθέτησαν την αυτόματη προαγωγή, μπορούν να καυχηθούν για τα αποτελέσματά τους στις διεθνείς έρευνες, για τη σχολική επίδοση». Προσθέτει ότι «αν λάβουμε ως παράδειγμα την τελευταία διεθνή έρευνα για τις δεξιότητες στην ανάγνωση των μαθητών 9-14 χρονών, βρίσκουμε μεταξύ των χωρών με τις υψηλότερες επιδόσεις, την πλειονότητα αυτών που υιοθέτησαν την αυτόματη προαγωγή (Φινλανδία, Σουηδία), αλλά επίσης και χώρες που επιτρέπουν τη στασιμότητα στο τέλος της κάθε χρονιάς (Ελβετία)».

Ο πολύπειρος Κύπριος επιστήμονας τονίζει ακόμη ότι «η στασιμότητα, εκτός από αναποτελεσματική, είναι συχνά επίσης και το αποτέλεσμα μιας υποκειμενικής απόφασης του εκπαιδευτικού. Το γεγονός αυτό καθιστά τη στασιμότητα άδικη». Προχωρεί δε, ένα βήμα παρακάτω, υποδεικνύοντας ότι «η στασιμότητα επηρεάζει αρνητικά την εμπιστοσύνη που έχει ο μαθητής, στις μαθησιακές του ικανότητες».
Συνεχίζει και καταλήγει με τα εξής ο Δρ Παπαδόπουλος:

«Η Αμερικανίδα ερευνήτρια C. Dweck αποκαλεί αυτή τη διαδικασία learned helplessness, που θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε ως “επίκτητη ανικανότητα”, σύμφωνα με την οποία, η στασιμότητα αφ’ εαυτής είναι φορέας μιας αρνητικής αξιολόγησης, που προσβάλλει την προσωπικότητα. Η ζημιά γίνεται ακόμα πιο σοβαρή, επειδή οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς και οι συμμαθητές του μαθητή αποδίδουν την ευθύνη, για τα σχολικά προβλήματα, στις διανοητικές ικανότητες του μαθητή και πιστεύουν πως η νοημοσύνη είναι έμφυτη. Με λίγα λόγια, το παιδί δεν μαθαίνει να ερμηνεύει τις δυσκολίες του ως εμπόδια που πρέπει να υπερπηδηθούν, αλλά ως απόδειξη της ανικανότητάς του. Ο φαταλισμός και η παραίτηση είναι η κατάληξη αυτής της διαδικασίας».